Δημήτρης Ραυτόπουλος
RavtopoulosΎστερα από δύο δικτατορίες, του Μεταξά και της Χούντας των Συνταγματαρχών, τη γερμανική Κατοχή, την εμπειρία του Εμφυλίου και τις εξορίες, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, εμβληματική μορφή της Aριστεράς, εξακολουθεί να γράφει και να ασκεί κριτική. «Η Αριστερά», έχει πει, «πρέπει να λέει αλήθειες. Δεν μπορεί να παραμένει προσκολλημένη στους μύθους της, να κατασκευάζει εχθρούς σε όσους λένε κάτι άλλο». Αλήθειες που ο ίδιος τολμούσε να ξεστομίζει σε δύσκολες, φορτισμένες εποχές. Όσοι τον γνωρίζουν λένε ότι ήταν ασυμβίβαστος, με μια αδιάλλακτη προσήλωση σε αυτά που πίστευε.

Το ίδιο είναι και τώρα όταν σχολιάζει την «πρώτη φορά Αριστερά», τη σοσιαλδημοκρατία, το συγκρουσιακό κλίμα που για μια ακόμα φορά κυριαρχεί, λες και κανένα μάθημα δεν πήραμε από τον εμφύλιο που αυτός γνώρισε. Σ’ αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη για τη χώρα περίοδο, οι σκληρές αλήθειες από έναν άνθρωπο που έζησε έντονα τον ταραγμένο 20στό αιώνα, αφυπνίζουν και προειδοποιούν.

Δυο λόγια για τον Δημήτρη Ραυτόπουλο
Από τους σημαντικότερους κριτικούς της ελληνικής λογοτεχνίας –εκπρόσωπος της μαρξιστικής κριτικής–, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος και μελετητής της μεταπολεμικής περιόδου, υπήρξε μάρτυρας της πολιτικής ζωής πολλών δεκαετιών. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1924. Έφηβος ακόμα αναμείχθηκε με την πολιτική νεολαία της Αριστεράς. Ξεκίνησε να γράφει διηγήματα, ποιήματα, θεατρικά σκετσάκια στη εξορία, όμως σύντομα η ιδιότητα του πεζογράφου παραμερίστηκε από την ιδιότητα του κριτικού. Στην εξορία του Αη-Στράτη γνώρισε και συνδέθηκε με τον Τίτο Πατρίκιο, τον Τάσο Σπυρόπουλο, τον Κώστα Κουλουφάκο, τον Πορφύρη Κονίδη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Μάνο Κατράκη και άλλους. Εκεί δημιουργήθηκε η ομάδα που αποτέλεσε αργότερα τον πυρήνα της «Επιθεώρησης Τέχνης». Το πρωτοποριακό για την εποχή του περιοδικό πρωτοκυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα του 1954. Στόχος του ήταν εκείνος ο βασανισμένος κόσμος της Αριστεράς, που έβγαινε από τη φοβερή ήττα, να μπορέσει να συνδεθεί και πάλι «με το νόημα της πρωτοπορίας». Η έκδοσή του συνέπεσε με τη σταδιακή στροφή μέρους της αριστερής διανόησης από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό –που πρέσβευε την υποταγή του νοήματος στην ιδεολογία και την εξουσία– στο δυτικό μαρξισμό. Μαχητικός, διεισδυτικός, αιχμηρός, αντιδογματικός, ο Ραυτόπουλος δεν δίστασε να συγκρουστεί με την πανίσχυρη λογοκρισία, τις γραφειοκρατικές, κομματικές επεμβάσεις, τις «κομμένες κεφαλές». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σφοδρή αντιπαράθεση με τον Μάρκο Αυγέρη για να υπερασπιστεί στις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα το κομμάτι που αφορούσε στην κριτική του σταλινισμού. Αργότερα πάλι δεν δίστασε να διακόψει τη μακρόχρονη συνεργασία του με την «Αυγή» με αφορμή ένα άρθρο για τον Σαρτρ. Το 1967, με τη Δικτατορία, το περιοδικό έκλεισε και ο ίδιος διέφυγε στη Γαλλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974. Εξέδωσε τα κριτικά έργα: «Οι ιδέες και τα έργα» (1965), «Τέχνη και εξουσία» (1985), «Κρίσιμη λογοτεχνία» (1986), «Σημεία στίξεως» (1987), «Αναθεώρηση Τέχνης: η Επιθεώρηση Τέχνης και οι άνθρωποί της» (2006). Το 1997 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο δοκιμίου-κριτικής για το έργο «Άρης Αλεξάνδρου: ο εξόριστος» (1996), το 2008 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, το 2009 τιμήθηκε με το βραβείο «Διδώ Σωτηρίου» της Εταιρείας Συγγραφέων και το 2013 στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας απέσπασε ομόφωνα το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του.

Έχετε παραστεί μάρτυρας και μέτοχος της πολιτικής ζωής πολλών δεκαετιών. Μετά από όλα αυτά που έχετε ζήσει, πιστεύετε ότι είναι πρωτίστως πολιτικό, οικονομικό ή αξιακό το πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα;
Είναι και τα τρία μαζί, αλλά στο πολιτικό συναντώνται και κρίνονται και τα άλλα δυο. «Πολιτικό» εννοώ το σύστημα λειτουργίας της Πολιτείας, τη νομιμότητά της πρακτικά. Και σ’ εμάς έχει δημιουργηθεί μια αρνητική Πολιτεία, μια κουλτούρα ανομίας και παραβατικότητας με διαστάσεις εθνικού συμβολαίου. Το πόσο αυτή η συνθήκη υποβιβάζει τη δημοκρατία και αναιρεί κάθε ελπίδα ανασυγκρότησης και προόδου, παραγνωρίζεται και συγκαλύπτεται επιτηδείως, χάριν των πελατειών.

Έχετε πει ότι ο Εμφύλιος ήταν η γενεσιουργός αιτία των δεκαετιών της πολιτικής και κοινωνικής παρακμής – γενικευμένη ανομία, θεσμική- εξωθεσμική βία, ψέμα, αρπακτικότητα, έξαρση του αντικοινωνικού εγωισμού…
Είμαστε μια χώρα, όπου ο νόμος δεν είναι υποχρεωτικός. Ο ίδιος ο νόμος μάλιστα συχνά προτρέπει στην παράβαση ή την επιβραβεύει, ενώ τιμωρεί τη νομιμοφροσύνη, μειονεκτούσα στον ανταγωνισμό. Αυτό δεν ισχύει μόνο στα οικονομικά (φορολογία, πίστωση, πολεοδομία), αλλά σε όλα τα πεδία της δημόσιας ζωής. Δημοκρατικό, προοδευτικό, ιερό δικαίωμα θεωρείται η βία των λίγων επί των πολλών, που πληρώνουν τα σπασμένα, οι καταλήψεις και οι καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, ο αποκλεισμός της κυκλοφορίας και των μεταφορών, η ομηρεία πόλεων, παραγωγών, τουρισμού, μαθητών, σπουδαστών, ασθενών... οι βαρβαρότητες σε μνημεία, το κιτσαριό των συνθημάτων και γκράφιτι, η ηχορύπανση της ντουντούκας και των ηρωικών παιάνων, οι ρεβανσιστικές φαντασιώσεις του νέου Δεκέμβρη, του Γράμμου και των γουναράδικων. Λες και το αύριο του έθνους, το μέλλον αυτών των παιδιών είναι... η κάθοδος στον Ομφαλό για να κάνουν μάνες δίχως γιους... ή το Κούγκι, η Έξοδος των Βρυξελλών!
Όλα αυτά δεν είναι σύμπτωση ή άσχετα μεταξύ τους, είναι αλληλένδετα, πραγματική κουλτούρα αντικοινωνικότητας και ανομίας, όπου συμπράττουν η αναξιοκρατία, η καταδίκη της αριστείας, η παιδαγωγική της ελάσσονος προσπάθειας. Η πίστη στη θέση της γνώσης, όπως στον Μεσαίωνα: το πανεπιστήμιο δεν είναι αυτό που σημαίνει η λέξη, είναι πεδίο αγώνα, μετερίζι. Στη λογική αυτή η πρόοδος δεν είναι στην έρευνα, στην παραγωγικότητα, είναι στην καταστροφή και στον αγελαίο δυναμισμό, στο δρόμο, στα κάγκελα.

Η Αριστερά θεωρείται προοδευτική δύναμη και έχει συνδεθεί με ανθρωπιστικές αξίες, γι’ αυτό ήταν πόλος έλξης των διανοούμενων. Της τα αναγνωρίζετε αυτά;
Η σοσιαλιστική ιδέα ήταν και είναι πάντα δύναμη χειραφέτησης και προόδου. Στο ιστορικό δίλημμα «ελευθέρια ή δικαιοσύνη» απάντησε δικαιοσύνη με ελευθερία. Αλλά η ριζοσπαστική αριστερά στην πράξη, με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, τα αρνήθηκε και τα δυο. Γι’ αυτό σημείωσε το μεγαλύτερο πολιτικό ναυάγιο της ιστορίας. Δυστυχώς αυτή η σημερινή μας Αριστερά ξαναβρίσκει την αλάνθαστη συνταγή της παρακμής και της αποτυχίας, την αναξιοκρατία. Εξισωτισμός, προς τα κάτω διανοητικός, ικανοτήτων, επιδόσεων, ένα είδος προλεταριοποίησης του εγκεφάλου, κολεκτιβοποίησης της πρωτοβουλίας. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο αρμόδιος υπουργός εγκαινίασε την «πρώτη φορά Αριστερά» στην παιδεία, σαν θεωρητικός που είναι, στιγματίζοντας την επιδίωξη και τους θεσμούς της αριστείας και ξαναμαζεύοντας στο πανεπιστήμιο τις στρατιές των αιώνιων φοιτητών. Είναι μια παλαιοκομμουνιστική συνταγή πνευματικής εκπρολεταριοποίησης, που την έχει ζωντανά περιγράψει ο Κάισλερ σ’ ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του: «Ένας διανοούμενος δεν μπορούσε ποτέ να γίνει αληθινός προλετάριος, αλλά είχε καθήκον να πλησιάσει όσο γίνεται περισσότερο τον προλετάριο. Πολλοί το δοκίμαζαν καταργώντας τη γραβάτα, φορώντας το πουλόβερ χωρίς πουκάμισο από κάτω και έχοντας μαύρα νύχια. Όμως κάτι τέτοια φτηνά, της σνομπαρίας, δεν ενθαρρύνονται από την καθοδήγηση. Η σωστή μέθοδος ήταν ποτέ να μη λες, να μη γράφεις και προπάντων να μη σκέφτεσαι οτιδήποτε ξεπερνούσε τον ορίζοντα ενός οδοκαθαριστή».

«Πρώτη φορά Αριστερά» με σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Πώς το σχολιάζετε;
Την παταγώδη και ραγδαία αποτυχία της, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί να την καλύψει καλλιεργώντας εθνικιστικές φαντασιώσεις, τραυματικές, θυματικές – γι’ αυτό χρειάστηκε στην «πρώτη φορά Αριστερά» ο «πρώτη φορά» παρά φύσιν γάμος. Εδώ είναι ο μεγάλος κίνδυνος για τη χώρα και όχι μόνο εκείνος της οικονομικής χρεοκοπίας.

Υπάρχει έντονος «ευρωσκεπτικισμός», φαίνεται ότι αντί να συγκλίνουμε αποκλίνουμε από την Ευρώπη όχι μόνο οικονομικά-πολιτικά αλλά και ιδεολογικά και ψυχολογικά. Είναι η δική μας η ευθύνη ή της Ευρώπης;
Η Ενωμένη Ευρώπη, έστω και τέτοια που είναι, ατελής, ελλειμματική θεσμικά και κοινωνικά, είναι ό,τι καλύτερο μας έχει συμβεί στην ιστορία μας μετά το ’21. Ποτέ και τίποτα στην παγκόσμια ιστορία δεν έγινε τέλεια, όπως θα έπρεπε κατά το κριτικό πνεύμα και το ιδανικό. Όλα τα θετικά γίνονται κουτσουρεμένα, δύσκολα, με αντιφάσεις και εκπτώσεις. Το ζήτημα είναι αν κάτι νέο έχει θετικό πρόσημο σε μια εξέλιξη, και η Ενωμένη Ευρώπη είναι το καλύτερο πραγματικό που συνέβη στον κόσμο στον 20στό αιώνα των πολέμων και του ολοκληρωτισμού. Που κάποιοι τους ανασκαλεύουν ανεύθυνα, ερωτοτροπούν και εμπνέονται. Εν ονόματι του μαξιμαλισμού (του προσχήματος του «ευρωσκεπτικισμού») δεν επιτρέπεται να τεθεί σε κίνδυνο αυτή η μεγάλη κατάκτηση για την ήπειρο και για τη μικρή χώρα μας.

Ποια είναι η γνώμη σας για την τακτική της «επιθετικής διαπραγμάτευσης» με τους δανειστές που ακολουθεί η κυβέρνηση και επικροτεί μέρος των πολιτών;
Δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου, δεν είμαστε τα θύματα, οι αδικημένοι, οι ωραιότεροι και εξυπνότεροι του κόσμου, που οι μειονεκτικοί άλλοι μας επιβουλεύονται από τη ζήλεια τους. Προβληματικοί, ασυνεπείς, τελικά μη σοβαροί, εμφανιζόμαστε στη «σκληρή διαπραγμάτευση». Και ο νέος, ανατολικός ελιγμός μας θα επιτείνει την ευρωπαϊκή μας απομόνωση, τον κίνδυνο να ξαναγίνουμε Βαλκάνια. Η εικονική πραγματικότητα που σερβίρεται και χάφτεται, για την ώρα, από τον «εξυπνότερο λαό του κόσμου» δεν πιάνει, βέβαια, στους κουτόφραγκους…

Πολλοί πιστεύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να εγκαταλείψει την ιδεολογία της αντιμεταρρύθμισης και να κάνει τη στροφή που θα τον καταστήσει μια σύγχρονη, προοδευτική, μεταρρυθμιστική δύναμη...
Σύγχρονη, προοδευτική και δοκιμασμένη Αριστερά είναι, βέβαια, η σοσιαλδημοκρατία, των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων μέσα στο πλαίσιο της ελεύθερης οικονομίας. Αυτός ο ρεαλιστικός σοσιαλισμός αποτέλεσε ανέκαθεν τον υπ’ αριθμόν 1 εχθρό για τον κομμουνιστικό ριζοσπαστισμό. Η μεσσιανική ουτοπία του κομμουνισμού χρεοκόπησε τραγικά παντού στον κόσμο όπου δοκιμάστηκε, έφερε ανθρωπιστική καταστροφή, γενοκτονίες και τον πιο απόλυτο ολοκληρωτισμό, πραγματικά δολοφονικό. Η σύγκριση είναι συντριπτική εις βάρος του. Ποιος θα προτιμούσε να ζει στην Ανατολική και όχι στη Δυτική Ευρώπη του 20ού αιώνα, στην Ανατολική και όχι στη Δυτική Γερμανία, στη Βόρεια και όχι στη Νότια Κορέα, σήμερα; Δυστυχώς η σοσιαλδημοκρατία υπονομεύθηκε και κατασυκοφαντήθηκε στην Ελλάδα από τον παπαντρεϊσμό, είδος τριτοκοσμικού σοσιαλεπώνυμου κρατισμού, λαϊκισμού και διαφθοράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μετέχει στη Σοσιαλιστική Διεθνή και στο Ευρωκοινοβούλιο, πήγε σε μια ομαδοποίηση αποτυχημένων παλαιοκομμουνιστικών κομμάτων και κινημάτων διαμαρτυρίας, ευρωσκεπτικιστών γενικώς. Επέλεξε τον εθνολαϊκισμό ώστε να χρησιμοποιεί τα εθνικιστικά αντανακλαστικά ως άλλοθι της αποτυχίας και της ρήξης που προκαλεί. Πέτυχε μέσα στους δύο πρώτους μήνες να ξαναγυρίσει την οικονομία στην ύφεση, στην αποδιοργάνωση της οικονομικής ζωής, στην αυξητική τάση της ανεργίας, στην περήφανη άμυνα κατά των επενδύσεων…

Συνέντευξη στην ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ.
Δημοσιεύτηκε στην Athensvoice την 15/04/2015