Η περίπτωση της Τσαπουρνιάς Ελασσόνας
Σε προηγούμενο άρθρο μας αναφέραμε ότι σύμφωνα με τα κατάστιχα της Ιεράς Μονής Παναγίας Ολυμπιώτισσας Ελασσόνας, η Τσαπουρνιά υπήρχε τα έτη 1504 και 1506 μ.Χ. χωρίς να αλλάξει όνομα σε όλη τη διάρκεια Τουρκοκρατίας, σε αντίθεση με αυτό που συνέβη με τα περισσότερα χωριά της περιοχής.

Από μαρτυρίες μεγαλύτερων μάθαμε ότι παλιότερα η θέση της Τσαπουρνιάς βρισκόταν στην περιοχή «Παλιοκρουσιος», στα όριά της με το χωριό Μεταξά Κοζάνης.  Στο ίδιο άρθρο αναφέραμε ότι, σύμφωνα με την επικρατούσα παράδοση, στο χωριό ήταν ριζωμένη η πεποίθηση ότι η Τσαπουρνιά κτίστηκε από τον καπετάν Ζήδρο, ο οποίος είχε εκεί δικό του σπίτι. Μάλιστα εκεί έγινε ο γάμος του γιου του Φώτη, ο οποίος αργότερα δολοφονήθηκε, επίσης στην Τσαπουρνιά. Από σχετικές καταγραφές (2) προκύπτει ότι ο Ζήδρος έζησε από το 1620 μέχρι το 1750, ότι το 1660 ορίστηκε με φιρμάνι του Σουλτάνου «Έξαρχος του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα το Λιβάδι» και ότι στο Λιβάδι έκανε τις συνάξεις του και εκεί έπαιρνε τις όποιες αποφάσεις. Υπαρχηγούς είχε στα Τρίκαλα, στα Γρεβενά, στη Βέροια, στα Σέρβια, στα Πιέρια - Όλυμπο, καθώς και στα παραλιακά τσιφλίκια της Κατερίνης για τις λεηλατήσεις διερχόμενων τουρκικών καραβιών.

Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Ζήδρος μαζί με τους ντόπιους της περιοχής και ίσως με λίγα από τα πρωτοπαλίκαρά του επέλεξε ως καταλληλότερο λημέρι, τη σημερινή θέση της Τσαπουρνιάς, αφού από εκεί είχε οπτική επαφή και μπορούσε να ελέγχει καλύτερα όλες αυτές τις περιοχές της εξαρχείας του. Από εκεί φαίνεται όλος ο δυτικός Όλυμπος, φαίνεται το Λιβάδι, το Σαραντάπορο και σχεδόν όλα τα χωριά της αρχαίας Περραιβίας (περίπου 20). Φαίνεται επίσης η Μελούνα, το φυσικό όριο με τη Λάρισα. Από δε την κορυφή του Αμάρμπεη (Καμβούνια), λίγο ψηλότερα, φαίνεται επιπλέον η περιοχή των Γρεβενών, η Κοζάνη και πολλά χωριά της, καθώς και πολλές περιοχές των Τρικάλων. Αυτό εκτιμάται ότι έγινε μεταξύ και 1660 και 1670 πάνω στα πρώτα χρόνια της παντοδυναμίας του. Στη μεταφορά αυτή, πρέπει να συνετέλεσε η εγγύηση που είχαν οι χωριανοί από το Ζήδρο ότι οι πλησιέστεροι Τούρκοι φοροεισπράκτορες, που είχαν έδρα στη Μηλέα, πλέον δεν θα είχαν περιθώρια απειλών και αυθαιρεσιών σε βάρος τους. Η επιλογή αυτή του Ζήδρου οδήγησε στη σταδιακή συγκέντρωση του χωριού στη νέα του (σημερινή θέση) και στην παράλληλη εγκατάλειψη της παλιάς θέσης στον «Παλιοκρούσιο».
Από τα αναφερόμενα στα κατάστιχα της Ιεράς Μονής Ολυμπιώτισσας (3) προκύπτει ότι το 1810 οι κάτοικοι της Τσαπουρνιάς πέρα από μετρητά (γρόσια κ.λπ.) εισέφεραν επίσης κτηνοτροφικά προϊόντα (κριάρια, ζυγούρια, αρνιά κ.λπ.), αλλά και κρασί, ρακί και κριθάρι. Με βάση τα δεδομένα αυτά θα προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε τον τρόπο ζωής και απασχόλησης των κατοίκων της και τα σημαντικά γεγονότα μέχρι την απελευθέρωση.
Ως βασικές οικονομικές δραστηριότητες οι κάτοικοι είχαν την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Από την κτηνοτροφία και την αμπελοκαλλιέργεια εξασφάλιζαν εισοδήματα για να ανταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις του Αλή Πασά. Από το δάσος εξασφάλιζαν την ξυλεία για τις όποιες κατασκευές, για σκεύη κουζίνας και για θέρμανση. Από τη γεωργία και τις άλλες δραστηριότητες κάλυπταν τα έξοδα συντήρησης των οικογενειών τους (διατροφή, ένδυση κ.ά.). Ο τρόπος άσκησης κάθε μιας δραστηριότητας αναφέρεται περιληπτικά παρακάτω. Η κτηνοτροφία. Μέχρι τη μετεγκατάσταση του χωριού, τα κοπάδια των κτηνοτρόφων εξυπηρετούνταν άνετα το καλοκαίρι από το δάσος βαλανιδιάς στο βουνό με φυσική τροφή από χόρτο και κλαδί. Τον χειμώνα από τον κάμπο (μέχρι την περιοχή Παλιάμπελα και ισοϋψείς περιοχές) με τα γρασίδια τους και συμπληρωματικά με άχυρο από σιτάρι και κριθάρι, με καλαμπόκι και με διατηρημένα σε κλαδερές (φύλλα δρυός που μαζεύονταν το φθινόπωρο σε θημωνιές). Μετά τη μετεγκατάσταση το 1760 οι πεδινές περιοχές επεκτάθηκαν και στις τοποθεσίες Αμαξή και Αμπέλια. Τώρα πλέον μπορούσαν να ασκούν γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες σε επαρκέστερα και ζεστότερα μέρη. Τότε κυριάρχησε της αιγοτροφίας η προβατοτροφία και μπήκε στις γεωργικές δραστηριότητες και το σιτάρι. Από τις πωλήσεις των ζώων και το κρασί εξασφάλιζαν τα οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των εξόδων τους. Παράλληλα εξασφάλιζαν το κρέας για τη διατροφή, το μαλλί για ένδυση και σκεπάσματα, τα τυροκομικά για τη διατροφή και το δέρμα για την αποθήκευση τροφών, υπόδηση κ.ά. Τα σπίτια τους, τα μαντριά τους, οι στάβλοι μεγάλων ζώων και οι καλύβες τους γίνονταν από πελεκητή ξυλεία και στελέχη σίκαλης δεμένα με ξύλινες βέργες. Η θέρμανσή τους εξασφαλίζονταν από καυσόξυλα.
Η γεωργία. Οι καλλιέργειές τους ήταν κριθάρι, σίκαλη, καλαμπόκι και αμπέλι. Το όργωμα γινόταν με ζευγάρι βοδιών και ξύλινο άροτρο με μεταλλικό υνί. Η ώριμη σίκαλη θερίζονταν με λελέκι, στουμπίζονταν και λιχνίζονταν στα αλώνια. Ο καρπός χρησιμοποιούνταν κυρίως για ψωμί και σκυλοτροφή. Το στέλεχός της χρησιμοποιούνταν για κατασκευή μαντριών, στάβλων και καλυβών. Το κριθάρι το χρησιμοποιούσαν κυρίως για ζωοτροφή και για την παραγωγή καφέ. Αλωνίζονταν με τη δοκάνη που σύρονταν από ζευγάρι αλόγων ή γαϊδάρων. Το άχυρο χρησιμοποιούνταν κυρίως για ζωοτροφή τον χειμώνα. Επίσης το στέλεχος του καλαμποκιού χρησιμοποιούνταν κυρίως για ζωοτροφή. Για χειμερινή ζωοτροφή χρησιμοποιούσαν το γρασίδι από κριθάρι, από στελέχη καλαμποκιού και το κλαδί που μάζευαν το φθινόπωρο και το συντηρούσαν σε κλαδερές.
Αμπέλια. Γραπτές μαρτυρίες για αμπελοκαλλιέργεια υπάρχουν από το
1810 (4) όταν πολλοί κάτοικοι ανταποκρίνονταν στις δημοσιονομικές τους υποχρεώσεις εισφέροντας κρασί ή ρακή. Τα αμπέλια του χωριού ήταν στη θέση Παλιαμπελα μέχρι το 1900 περίπου. Μέχρι τότε αμφισβητούνταν τα όρια με τη σημερινή Μηλέα (Βούρμπα) στη θέση Αμπέλια. Στη διένεξη μεταξύ των χωριών σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Σταμούλης (5). Έπεισε τους Τσαπουρνιώτες να πάρουν κλιματίδες και να φυτέψουν στα όρια που αυτός επέλεξε και με το όπλο στα χέρια απείλησε τους Μηλεώτες διεκδικητές. Οι τελευταίοι εγκατέλειψαν τη διεκδίκηση και οι Τσαπουρνιώτες κατοχύρωσαν τα όρια και φύτεψαν τα αμπέλια στη νεοαποκτηθείσα τους θέση.
Η φυγή στην Αμερική. Περί το 1905 έγινε μια ομαδική φυγή νέων προς Αμερική. Λέγεται ότι έφυγαν περίπου 10-15 παιδιά, μεταξύ αυτών οι Θόδωρος Πάικος, Θόδωρος Γαλάνης, Νικόλας Παπαχρήστος, Κώστας Μπουρουτζίκας κ.ά. Σχετικά αναφέρεται ότι στο τέμπλο της παλαιάς εκκλησίας υπήρχε αφιέρωση που έλεγε «Δαπάνη των εν Αμερική Τσαπουρνιωτών». Μερικοί επέστρεψαν μετά από λίγα χρόνια. Άλλοι δεν έδωσαν σημεία ζωής. Ένας από αυτούς (ο Θόδωρος Πάικος) έστειλε περί το 1950 κάποια δώρα στην οικογένεια του αδερφού του Νικόλα Πάικου.
Η εκκλησία. Η εκκλησία λειτουργούσε κανονικά τουλάχιστον από το 1810, όπου μαθαίνουμε ότι υπήρχε ιερέας του χωριού, ο οποίος πληρωνόταν από τους κατοίκους του. Στην παλιά έδρα του χωριού υπήρχε εκκλησία ακριβώς απέναντι από τον «Παλιοκρούσιο». Το 1905 χειροτονήθηκε ιερέας ο Παναγιώτης Μπουρουτζίκας, ο οποίος έζησε και λειτούργησε μέχρι το 1938. Οι λειτουργίες και όλα τα μυστήρια, όπως γάμοι, βαφτίσια κ.ά., τελούνταν σύμφωνα με το παλαιό (Ιουλιανό) ημερολόγιο.
Η κοινωνική ζωή. Τα τσελιγκάτα απαιτούσαν τη συμμετοχή πολλών ανδρών, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων εξωτερικής απασχόλησης και του ανταγωνισμού στις διεκδικήσεις βοσκοτόπων. Αυτό είχε ως επακόλουθο σε περίπτωση θανάτου κάποιου ή κάποιας κατοίκου του χωριού την ανάγκη ο/η σύντροφος να ξαναπαντρευτεί για λόγους επιβίωσης, ανεξάρτητα αν υπήρχαν παιδιά ή όχι. Αυτό επειδή η χήρα με μωρά παιδιά δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ούτε αισθανόταν ήσυχη για την ασφάλειά της. Ανάλογα ο χήρος δεν μπορούσε να ασχοληθεί με την ανατροφή των παιδιών και τις οικιακές δραστηριότητες. Υπήρξε τουλάχιστον μια γνωστή περίπτωση χήρου με τέσσερα παιδιά που παντρεύτηκε χήρα με ένα παιδί και απέκτησαν άλλα τέσσερα δικά τους.

Τάσος Παπαλιάγκας