golfo 01Η παρακάνω εξαιρετική αφήγηση του κυρίου Κώστα Γαλλή, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τον κλειστό και αυτάρκη χαρακτήρα της σαρακατσάνικης κοινωνίας, όπου ο γάμος δεν αποτελούσε απλώς προσωπική επιλογή, αλλά υπόθεση ολόκληρης της οικογένειας και της κοινότητας.

Οι προξενιές γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά εντός της ίδιας ομάδας, όχι από τυχαία συνήθεια ή προκατάληψη, αλλά για συγκεκριμένους λόγους:

  • υπήρχε ανάγκη διατήρησης της συνοχής και της ταυτότητας της ομάδας,
  • κοινός τρόπος ζωής (νομαδικός, κτηνοτροφικός) που απαιτούσε αμοιβαία κατανόηση,
  • έμφαση στο «όνομα» και τη φήμη της οικογένειας, που λειτουργούσε ως εγγύηση αξιοπιστίας,
  • και πρακτικοί λόγοι, όπως η διαχείριση περιουσίας (κοπάδια, προίκα) και η συνεργασία μέσα στο τσελιγκάτο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιμειξία με άλλες κοινωνικές ομάδες θεωρούνταν δύσκολη ή και αδιανόητη, καθώς οι διαφορές στον τρόπο ζωής, στις συνήθειες και στις αξίες εκλαμβάνονταν ως ασυμβίβαστες («δεν ταιριάζουν τα χνώτα μας»).

Ωστόσο, όπως φαίνεται και από το τέλος της αφήγησης, οι ιστορικές εξελίξεις -ιδίως μετά τον πόλεμο και την εγκατάσταση στις πόλεις- οδήγησαν σταδιακά στο άνοιγμα αυτών των κοινωνιών και στη σύμμειξη των πληθυσμών.

"Νέο προξενιό

Για μέρες μετά η Παναγιώτα ήταν προβληματισμένη και πλήθος αμφιβολιών τριβέλιζαν το μυαλό της. «Έκανα καλά, δεν έκανα καλά και όλο συλλογιόταν και μονολογούσε .ποια είσαι συ κορίτσι και αρνήθηκες ένα τέτοιο προξενιό που αύριο θα γινόσουν η γυναίκα του τσέλιγκα, αλλά πάλι και οι δικοί μου συμφώνησαν αμέσως μαζί μου; Γιατί δεν επέμεναν: Κι Αν έλθει άλλο προξενιό θα είναι καλύτερο; Ή θα πρέπει να δεχτώ ό,τι προκύψει. Τι να κάνει, τι να κάνει, αποφάσισε να πει τους τους φόβους και προβληματισμούς της στην μάνα της. Μωρέ μάνα, έκανα καλά που δεν δέχθηκα το προξενιό, του μπάρμπα; Ω χου , ακόμη το σκέπτεσαι; Παναγιώτα μου, δεν το απέρριψες εσύ, ο πατέρας σου το απέρριψε, με κοίταξε στα μάτια βαθιά, συμφώνησα κι εγώ και είπε ό,τι είπε. Αλλού είναι το τυχερό σου.»

Ωστόσο πάλι δεν ησύχασε και αποφάσισε να πει τους φόβους της και στον μεγαλύτερο αδελφό της, τον Κώστα. Τον Κώστα λίγο τον σέβονταν επειδή ήταν μεγαλύτερος κατά την ιεραρχία , λίγο τον φοβούνταν γιατί ήταν «άγριος» και εξ άλλου ήταν μεγαλύτερος, κάτι που μετρούσε και ήταν αποδεκτό.

Ο Κώστας έδειξε κατανόηση και την καθησύχασε, λέγοντάς της: δεν είσαι ούτε κουτσή, ούτε στραβή, μια χαρά τσιούπρα είσαι και είμαι βέβαιος ότι σίγουρα θα έλθει νέο προξενιό, μια που ήξερε το ενδιαφέρον του συνορίτη του . Άσε Παναγιώτα, όλα θα πάνε καλά.

Ό,τι, ωστόσο, δεν πέτυχε ο τσέλιγκας με το προξενιό του στο τσελιγκόπουλο που απέρριψε όλη η οικογένεια- πατέρας, μάνα και υποψήφια νύφη – το πέτυχε ο αδελφός. Και να πως: στα σύνορα των λιβαδιών ανταμώνονταν με ένα γειτονικό παλληκάρι και με το οποίο είχαν γνωριστεί και άρχισε σιγά – σιγά να αναπτύσσεται φιλία. Το παλληκάρι αυτό την είχε δει την κόρη κατά το πότισμα των προβάτων και του άρεσε και το καλό ήταν ότι και η Παναγιού πρόσεξε το παλληκάρι και η καλή κορμοστασιά του δεν την άφησε αδιάφορη μαζί βέβαια με το καλό όνομα της οικογένειας και το φημισμένο όνομα της μάνας του. Έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην οικογένεια οι Σαρακατσαναίοι: «πάρε νύφη από σειρά και σκύλα από κοπάδι».

-Τι έγινε, Κώστα, με το προξενιό της αδελφής σου;

-Τίποτα, Βασίλη, χάλασε. Ο Βασίλης σιώπησε για λίγες στιγμές μέχρι σημείου που ο Κώστας προβληματίστηκε και αναρωτήθηκε «τι έπαθε αυτός;»

- Να , μωρέ Κώστα, λέγω τώρα που χάλασε το προξενιό, μήπως μπορεί να γίνει κάτι με μένα. Γυρίζει ο Κώστας και τον κοιτάζει κατάματα: ο Βασίλης είχε κοκκινίσει και ήταν ταραγμένος που με δυσκολία στέκονταν στα πόδια του!
- Α, αυτό είναι! Τότε να το κουβεντιάσουμε. Ο Βασίλης αμέσως ήρθε στα συγκαλά του.
- Τι θα έλεγες να το συζητήσεις με τους δικούς σου για μένα;
- Και δεν μου λες, εσύ το κουβέντιασες με την μάνα και τον πατέρα σου;
- Το κουβέντιασα, Κώστα και συμφωνούν. Έχει πολύ καλό όνομα η αδερφή σου.
- Καλά, τότε να το πω στους δικούς μου και τα ξαναλέμε.

Με το προξενιό αυτό στον τρουβά του ο Κώστας το λέγει πρώτα στην αδερφή του. Ξαφνιάστηκε η Παναγιώτα αλλά δεν το απέρριψε.
- Να, μωρέ Κώστα, να δούμε πώς θα το πάρουν και η μάνα με τον πατέρα. Δεν μου είπες όμως εσύ τι λες;
- Τι να πω, γνωριζόμαστε αρκετό καιρό, είναι καλό παιδί και άξιο. Φυλάει ένα κοπάδι μόνος του, εγώ λέγω να τον πάρεις.

- Καλά ντε άσε να δούμε τι θα πουν κι η μάνα με τον πατέρα! Η γνώμη των γονιών σε αυτές τις υποθέσεις είχε βαρύνουσα και αποφασιστική σημασία, ήταν νόμος..

Την άλλη μέρα το ξεφουρνίζει στην μάνα του κατά τη στιγμή που του πήγε το ψωμί με το τυρί και μια ολόκληρη «πασπαλή», δηλαδή πίτα χωρίς φύλλα αλλά με μπόλικα αγριολάχανα, βούτυρο και αλεύρι: Η πίτα αυτή γίνονταν σε αβαθές συνήθως ταψί, σινί. Αλείφανε το ταψί με μπόλικο βούτυρο, στη συνέχεια μια στρώση αλεύρι το οποίο πασπάλιζαν με νερό αρκετό, σχετικά, στη συνέχεια άπλωναν τα χόρτα τα οποία είχαν ζυμώσει με αρκετό τυρί και βούτυρο και από πάνω άλλη μια στρώση αλεύρι που πασπάλιζαν με νερό και από πάνω σκορπούσαν τυρί με βούτυρο. Η πίτα ψήνονταν στο γάστρο ή γάστρα κατά τα σημερινά, για περίπου μια ώρα. Πρόχειρο και νοστιμότατο φαγητό. Για τους Σαρακατσάνους η πίτα αποτελούσε το κυρίως πιάτο, δεύτερο δεν υπήρχε.

- Τι θα φάμε, γυναίκα;
- Πίτα.
Έπαιρνε ο καθένας το κομμάτι του και αυτό ήταν. Επιδόρπια και τέτοια δεν υπήρχαν. Το πολύ πολύ αν δεν χόρταινε έτρωγε και λίγο ψωμοτύρι και δόξα τω Θεώ.

Αλλά ας γυρίσουμε στο προξενιό. Η μάνα το συζήτησε με τον άνδρα της και καταρχήν συμφώνησαν, μάλιστα ο πατέρας έστριψε το μουστάκι του, προφανώς ικανοποιημένος και ξεφούρνισε: -Να και προξενητής ο Κώστας! Και η μάνα: -Αυτόν να δούμε πώς θα παντρέψουμε! Και εδώ που τα λέμε ήταν χουιλής ο Κώστας αλλά άξιος όπως ο Βασίλης, που ζητούσε την αδερφή του για γυναίκα.

Το προξενιό
Η Παναγιώτα ή Πανάγιου, σύμφωνα με τη λαλιά των Σαρακατσαναίων, πάλι έπεσε σε συλλογισμούς, διάφορες σκέψεις αντιφατικές περνούσαν από το μυαλό της και συχνά συλλογιζότανε και αφαιρούνταν, κάτι που αντιλήφθηκε η μάνα της και τη ρώτησε.

- Τι έχεις κόρη μου και είσαι μαραμένη, μην ο γαμπρός σε φοβίζει, μην άλλος είναι στη μέση;

- Όχι μάνα μου, ούτε ο γαμπρός με φοβίζει, ούτε άλλος είναι στη μέση. Και πώς να είναι εδώ που ζούμε; Ποιος μας βλέπει; Η κουβέντα αυτή προβλημάτισε τη μάνα και αποφάσισε να το πει στον άντρα της. Ήταν η εποχή που όλα άλλαζαν, άρχισαν οι προβληματισμοί για τον τρόπο ζωής τους. Οι τσελιγκάδες άρχισαν να στέλνουν τις οικογένειές τους στις πόλεις με το πρόσχημα να μάθουν τα παιδιά τους γράμματα και το κυριότερο να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους. Και να επισημάνω εδώ ότι από το σημείο αυτό άρχισε και η αντίστροφη μέτρηση των τσελιγκάτων..

Την άλλη μέρα ο Βασίλης, ο οποίος να σημειωθεί ότι από την ώρα που έστειλε προξενιό με τον Κώστα δεν τον έπιανε ο ύπνος, περίμενε τον Κώστα στο σύνορο, τον είχε φάει η αγωνία. Θα δεχθεί; Δεν θα δεχθεί; Κι αυτός ο Κώστας γιατί αργεί !

Τέλος βλέπει τον φίλο του να έρχεται σαλαγώντας το κοπάδι του, οπότε αποφάσισε να βγει στο καραούλι..

Τον αντιλαμβάνεται ο Κώστας και σπεύδει προς αντάμωση:

- Άντε βρε Κώστα σα χελώνα περπατάς!

- Καλά μην κάνεις έτσι, η καλή δουλειά αργεί να γίνει.

- Αλήθεια αδερφέ, πρώτη φορά τον έλεγε αδερφό, κι αυτό άρεσε στον Κώστα.

Τέλος ανταμώνονται, αγκαλιάζονται και κάθονται να τα κουβεντιάσουν.

- Και πώς θα γίνει τώρα Κώστα:

- Αυτά Βασίλη είναι δουλειά των πατεράδων μας. Πες το στους δικούς σου και αυτοί θα βρούνε τον τρόπο. Και εκεί χώρισαν χαμογελαστοί, μια που και τα κοπάδια τους είχαν σκαπετήσει και δεν τα βλέπανε,

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ

Οι γονείς ανταμώθηκαν στο παζάρι στο Μουζάκι και συζήτησαν τα του λόγου και του αρραβώνα και πρωτίστως την προίκα του κοριτσιού. Η φάση αυτή του προξενιού ήταν η δυσκολότερη, αν και ο Βασίλης, που είχε θερμό ενδιαφέρον για την Παναγιώτα, είχε πει στον πατέρα του να κλείσει την υπόθεση και να μην αρχίσει τα παζάρια, δεν τιμούσαν ούτε τη νύφη ούτε αυτόν:
- Πατέρα, μην αρχίσεις τα παζάρια τα γύφτικα με το συμπέθερο, δεν μας τιμούν, γυναίκα θα πάρω όχι πρατίνα . Ωστόσο ο συμπέθερος ήταν σφιχτός και ήθελε να εξασφαλίσει το καλύτερο για το γιο του. Ύστερα ήταν και θέμα γοήτρου, τι θα έλεγε ο κόσμος: Ο γιος του ξακουστού Χρήστου δεν άξιζε κάτι παραπάνω! Να, προχτές παντρεύτηκε ο Σωτήρης, ένας παρακατιανός και πήρε προίκα βαρβάτη! Δεν ήθελε ο γιος του να πέσει παρακάτω, έλα όμως που ο γιος του του είχε δέσει τα χέρια με τις κουβέντες που του είπε. Από την άλλη δεν ήθελε να φανεί αδύνατος και ενδοτικός, τι στην ευχή ο συμπέθερος ήταν βασταγμένος και έπρεπε να βγάλει κάτι παραπάνω!

Έλα όμως που και ο πατέρας της νύφης δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι, ήταν ξακουστός και δεν δέχονταν μύγα στο σπαθί του και από πάνω είχε κάνει καπετάνιος στα νιάτα του, κάτι που δεν ήθελε να αγνοήσει. Σίγουρα αγαπούσε τη θυγατέρα του και δεν θα την άφηνε απροίκιοτη .

Με τις σκέψεις αυτές και οι δύο τελικά ανταμώθηκαν στο καφενείο που βρίσκεται αριστερά του κεντρικού δρόμου που οδηγεί προς τα Πετρίλια.

Ευτυχώς γνωρίζονταν από παλιά και δεν χρειάστηκαν συστάσεις.

Ο πατέρας της νύφης είχε μαζί του τον μικρότερο αδελφό του και τον πατέρα του γαμπρού του, τον συμπέθερό του από την κόρη του.

Μετά τα τυπικά ήλθε η κουβέντα και στο θέμα,

Πρώτος μίλησε ο πατέρα της νύφης και είπε περίπου τα εξής:

- Άκου δω , συμπέθερε, έχω έξι παιδιά, ένα μικρό κτηματάκι και 300 πρόβατα (στέρφα και γαλάρια). Ό,τι δικαιούται το παιδί θα του το δώκω και κάτι παραπάνω.

- Ε, καλά είναι συμπέθερε να ξεκαθαρίσεις την κουβέντα σου

- Να, έχω 300 πρόβατα θα τ’ς δώκω το 1/6 και 20 παραπάνω, δηλαδή 70.

- Μα έχ’ς και ένα κτηματάκι, όπως το είπες.

- Ε ορέ! θα μοιράσεις και το κτήμα! Γι΄αυτό δίνω και 20 πρότα παραπάνω, και ύψωσε τη φωνή του. Κάτι που αντιλήφθηκαν οι παραβρισκόμενοι και επενέβησαν αμέσως παροτρύνοντάς τους να δώσουν τα χέρια. Και τα έδωσαν και έκλεισε το προξενιό.

Πατέρας της νύφης προς τον καταστηματάρχη: - Κρασί μωρέ και καλό μεζέ.

Πατέρας του γαμπρού: - Μα δεν θα πάμε στα καλύβια να δώσουμε λόγο!

- Θα πάμε, θα πάμε, αλλά να βρέξουμε και τον λάρυγγα, να πάμε ζεστοί, εκεί μας περιμένουν ψητά και πίτες.

- Καλά ορέ, πως ήξερες ότι θα κλείσει το προξενιό και έκανες ετοιμασίες;

- Εμ, βλέπ’ς το προξενιό το έκαναν τα παιδιά πριν από μας! Και μη χασομεράτε στη στράτα, να είμαστε όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Ήπιανε στα γρήγορα μισή οκά κρασί και έδωσαν καβούλι στα καλύβια. Οι της νύφης τράβηξαν για τα κονάκια τους να αναγγείλουν το ευχάριστο, αν και ήταν γνωστό, οι δε του γαμπρού να πάνε να πάρουν και το γαμπρό και να ανταμωθούν στης νύφης.

Η Παναγιώτα με το Βασίλη ζούσαν πρωτόγνωρες στιγμές, στιγμές που καθορίζουν την παραπέρα πορεία. Θα φκιάνανε οικογένεια, θα ερχότανε παιδιά μέσα από τον έρωτα που καλούνταν να ζήσουν με τις ευλογίες της Εκκλησίας και των γονιών, αλλά και όλου του κόσμου. Τι ευτυχία!!!

Η Παναγιώτα ήταν μετρίου αναστήματος, καλοκαμωμένη, άσπρη – κάτασπρη , μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κάλισια, μέση σφιχτή και διακριτή από μακριά. Φορούσε μακριές φούστες ψιλοδουλεμένες, μαλλιά πλεγμένα σε δύο υπέροχες πλεξούδες {κοσάνες) ριγμένες συνήθως στις πλάτες. Δεν περνούσε απαρατήρητη . Φορούσε πάντοτε σαρακατσάνικη φορεσιά φτιαγμένη με τα χεράκια της: φούστα σφιχτή στη μέση που άνοιγε προς τα κάτω χωρίς να σκεπάζει τη γάμπα, μπολερό εν είδη γιλέκου κεντημένο στο στήθος, κάλτσες πλεγμένες στο χέρι μάλλινες- θαλασσιές με σχέδια στο ύψος της γάμπας, τσιμπέρι στα μαλλιά με γιρλάντα στην άκρη ώστε να τονίζει τα μαλλιά της κεφαλής που εξείχαν, στα πόδια τσαρούχια με φούντα τρίχινη και βάδισμα πάντοτε στητό και αγέρωχο.

Ο Βασίλης ψηλός, σφιχτοδεμένος, πλούσια κόμη, συνήθως αχτένιστος, δουλευταράς. Καθότανε στη στρούγκα να αρμέξουν, οι άλλοι γέμιζαν δεν γέμιζαν ένα καρδάρι, ο Βασίλης έπαιρνε και δεύτερο. Άξιο παλικάρι, μπρατσωμένο. Ήταν το καμάρι του πατέρα του..

Σε λίγο θα ερχότανε ο Βασίλης με τους δικούς του στο κονάκι τους, θα τους κερνούσε η ίδια η Παναγιώτα το γλυκό του κουταλιού με το δροσερό νερό, στη συνέχεια ο Βασίλης θα κρεμούσε στο λαιμό της Παναγιώτας το χρυσό σταυρό, η Παναγιώτα θα τού ΄δινε το καλό πουκάμισο, τις καλές κάλτσες, αλλά και σε όλους τους συμπεθέρους η Παναγιώτα θα έδινε το κατιτίς, ένα μαντήλι, ένα ζευγάρι κάλτσες παζαρίσιες, κάτι που να θυμίζει το ευχάριστο γεγονός. Δεν έπρεπε κανείς και καμία να ξεχαστεί.

Σε όλο το τσελιγκάτο η βραδιά εκείνη ήταν αφιερωμένη στην Παναγιώτα και στον νιο που θα αρραβωνιάζονταν, όλοι ήθελαν να δουν και όλοι προσερχόταν στο καλύβι της Παναγιώτας με τα χέρια γεμάτα, θα έφερναν το κατιτίς τους, δεν έπρεπε να πάνε με άδεια χέρια. Εξ άλλου το τσελιγκάτο ήταν μια κλειστή και δεμένη ομάδα ανθρώπων, που κατά βάσει συνδέονταν με συγγενικούς δεσμούς ή και κοινωνικούς (κουμπαριές συνήθως).

Η βραδιά κύλησε ομαλά με φαγοπότι, τραγούδια και χορούς μέχρι το πρωί, όλοι χόρεψαν μπροστά το τραγούδι της προτίμησής τους, το οποίο συνήθως άρχιζαν μόνοι τους. Τους συμπέθερους του γαμπρού τους κρατούσε η νύφη και της νύφης ο γαμπρός. Όλοι έμειναν ευχαριστημένοι.

Το πρωί πριν την αποχώρηση των συμπεθέρων μίλησαν και για την ημερομηνία του γάμου και εκεί προέκυψε διαφωνία: οι μεν του γαμπρού ήθελαν το γάμο γρήγορα, οι δε της νύφης αργότερα για να ολοκληρώσει η Παναγιώτα την προίκα της. Τελικά, ύστερα από καλοπροαίρετο διάλογο και κάποιες υποχωρήσεις και από τις δύο πλευρές, συμφώνησαν να δοθεί χρόνος στην Παναγιώτα να ολοκληρώσει την προίκα της με κάποια άνεση χρόνου. Μάλιστα ο πατέρας του γαμπρού, προφανώς για να δώσει καλή εντύπωση στη μέλλουσα νύφη του, είπε χαριτολογώντας: Είσαι ευχαριστημένη νυφούλα μου: Και η απάντηση της νύφης: ΝΑΙ ΠΑΤΕΡΑ!

Ήταν στους εθιμικούς κανόνες καλής συμπεριφοράς της ράτσας μας το νέο ζευγάρι να προσφωνεί τους γονείς του συζύγου/ της συζύγου Μάνα και Πατέρα. Και ο κανόνας αυτός τηρούνταν απαρέγκλιτα. Βέβαια το έθιμο αυτό τηρούνταν μέχρι πρόσφατα αλλά σιγά – σιγά μάλλον εξέλιπε και από τα δύο φύλλα. Τώρα ο πεθερός έγινε κύριος και η πεθερά κυρία και πολλές φορές απλά με το όνομά τους. Όλα άλλαξαν, άλλα επί βελτίω και άλλα μάλλον επί τα χείρω. .

Στην οικογένεια της νύφης το βάρος το σήκωνε η μάνα και οι άλλες γυναίκες του καλυβιού αν υπήρχαν και περισσότερο από όλες και όλους η ίδια η νύφη. Και το βάρος αυτό είχε να κάμει με τα προικιά της νύφης, την έκθεσή τους πριν από τα στέφανα για να λάβουν την έξωθεν καλή μαρτυρία και την εν συνεχεία μεταφορά τους στο καλύβι του γαμπρού. Τα προικιά τα παραλάμβαναν από το καλύβι της νύφης τα μπρατίμια , δηλαδή δύο φίλοι του γαμπρού που αναλάμβαναν όλα τα του γάμου από το σερβίρισμα του φαγητού, το κέρασμα των συμπεθέρων και την παραλαβή των προικιών από το καλύβι της νύφης. Κατά την παραλαβή των προικιών έπρεπε κάτι να δώκουν στους ανθρώπους της νύφης για να πάρουν τα προικιά, διαφορετικά θα έφευγαν με άδεια χέρια. Ο παρακάτω διάλογος είναι αποκαλυπτικός.

Οι άνθρωποι της νύφης καθότανε συνήθως πάνω στις βελέτζες και περίμεναν τους μπράτιμους:

- Γεια σας.

- Καλώς τα παιδιά. Αφού κερνιούνταν άρχιζαν τα παζάρια:

- Πόσα δίνετε παιδιά;

- Μμμ να σας δώκουμε 15, καλά δεν είναι;

- Τι λες ορέ, μυτζήθρα αγοράζετε! Δώστε 200 και το συζητάμε.

- Καλά από χρυσάφι είναι φτιαγμένα;

- Κάτι καλύτερο από χρυσάφια.

- Να σας δώσουμε εκατό, καλά δεν είναι;;

- Σαν να μαλακώσατε βλέπω;

Και το παζάρι σταματούσε με την παρέμβαση των γεροντότερων σε κάποια λογική τιμή. Άσε που το θέατρο, γιατί περί θεάτρου επρόκειτο διότι στο τέλος επέρχονταν συμβιβασμός σε ένα συμβολικό ποσό και μερικά κεράσματα παραπάνω.


Και να πάμε τώρα στο καλύβι του γαμπρού. Εκεί οι ετοιμασίες άρχιζαν από πολύ νωρίς. Πρώτα – πρώτα στήνονταν το καλύβι των νεονύμφων κάπου κοντά στο καλύβι της πεθεράς. Και ο λόγος ήταν για να μπορεί η πεθερά να βοηθάει πρωτίστως τη νύφη, να την διατάζει, εδώ με την έννοια του ορμηνεύω. Από τη νύφη δεν έπρεπε να λείπουν τουλάχιστον τα βασικά και αυτό ήταν ευθύνη της πεθεράς

Βέβαια η Πανάγιου ( Παναγιώτα), το όνομα της νύφης, πριν παντρευτεί δέχτηκε τις διάτες της μάνας της και της θείας της κατά το έθιμο, προφανώς για να συμπληρώνει η θεία τη μάνα στα του γάμου και του τρόπου φερσίματος στη νέα οικογένειά της,

- Τώρα, θυγατέρα μου, σπίτι σου θα είναι το σπίτι του άντρα σου και γονείς τα πεθερικά σου, μάνα σου η μάνα του και πατέρας ο πατέρας του.

- Τα αδέλφια του άντρα σου θα τους φωνάζεις πάντοτε βάζοντας μπροστά στο όνομά του τη λέξη αφέντης: Αφέντη Κώστα κλπ

- Στο τραπέζι δεν θα κάθεσαι ποτέ, θα στέκεις παράμερα να τους υπηρετείς πρόθυμη πάντοτε.

- Το πρωί θα ξυπνάς νωρίτερα για να φκιάσεις τον τραχανά.

- Τον άντρα σου θα τον ακούς και θα τον σέβεσαι και θα τον βοηθάς στις δουλειές του.

- Τις κουνιάδες σου τις ανύπαντρες θα τις φωνάζεις με το όνομά τους, τις παντρεμένες με το κυρά .

- Δεν θα τεμπελιάζεις ποτέ. Πάντοτε κάτι θα έχεις στα χέρια σου: το πλέξιμο, τη ρόκα, το κέντημα. Ποτέ με άδεια χέρια μην σου βγάλουν κανένα κοτσάκι, να προσέχεις, τα μάτια σου δέκα τέσσερα.

- Και τώρα η θειά σου θα σου πει λίγα πράγματα για τον άντρα σου. Στο σημείο αυτό έφυγε η μάνα και ανέλαβε η θεία.

Η Θεία:

- Κατά πρώτο εξήγησε τα της πρώτης βραδιάς και άλλα πολλά για την εν γένει συμπεριφορά προς τον άνδρα της. Ωστόσο παρέλειψαν να της εξηγήσουν τόσο η θεία της όσο και η μάνα της πώς θα προσφωνεί τον άνδρα της.

- Ε, σιου ( εσύ, συ ), σένα λέω. Με τη φράση αυτή νιόπαντρη Σαρακατσάνα καλούσε τον άντρα της τον προπερασμένο αιώνα σε κάποια σαρακατσάνικα κονάκια εκεί κατά τα Άγραφα! Η πληροφορία αποδίδεται στον παππού μου που γεννήθηκε στα μέσα του αιώνα της ελληνικής επανάστασης και έφθασε μέχρις εμένα από τον πατέρα μου.

- Οι νιόπαντρες καλούνταν να ζήσουν σε ξένο καλύβι άγνωστες μεταξύ αγνώστων, ούτε τον άντρα τους δεν γνώριζαν μια που τον έβλεπαν από κοντά για πρώτη φορά στα στέφανα..

Δυστυχώς ιστορικές μαρτυρίες δεν έχουμε για τη ζωή των προγόνων μας εκτός από μια μικρή τάξη ανθρώπων που ανήκαν στις προνομιούχες. Για όλες τις άλλες φυλές (Καραγκούνηδες, Ορεινούς , Σαρακατσάνους, Βλάχους, νησιώτες, Πόντιους κλπ ) γνωρίζουμε μόνο ό,τι διασώθηκε από την παράδοση και προπαντός από τα δημοτικά μας τραγούδια, τα μοιρολόγια, τους μύθους.

Η κοινωνία των Σαρακατσάνων μέχρι τα μέσα πάνω κάτω του περασμένου αιώνα, του αιώνα των μεταβολών και της προόδου, ήταν κλειστή παντάκλειστη, ούτε σκέψη να ανοιχθεί στις άλλες φυλές των Ελλήνων, όπως βέβαια και το αντίθετο. Να συμπεθεριάσουν με χωριάτη μέχρι τον Β Παγκόσμιο πόλεμο ήταν αδιανόητο, ούτε σκέψη:

Κώστας: καλά είσαι με τα καλά σου, συμπέθερε, να πάρω νύφη Χωριάτισσα ; Μα δεν κατάλαβες ότι δεν ταιριάζουν τα χνώτα μας; Αλλιώς μυρίζουν αυτοί, αλλιώς εμείς. Τέλος πάντων λες πράγματα που δεν γίνονται. Άστα καλύτερα. Και παραιτήθηκαν από αταίριαστες επιμειξίες .

Αλλά ο πόλεμος τα άλλαξε όλα, γίναμε ένα μείγμα ανθρώπων με ίδια όνειρα, παρόμοιες αρχές και φιλοδοξίες με γνώμονα τα γράμματα και τις επιστήμες. Και το κυριότερο μιλούμε ελληνικά όπως τα διδάσκουν στα σχολεία. Βέβαια εμείς οι παλιότεροι λαχταρούμε την ντοπιολαλιά μας και η γλώσσα μας λύνεται όταν βρεθούμε με το σινάφι μας και ούτε αποτελούμε εξαίρεση, σε όλους το ίδιο συμβαίνει. Αλλά και η ιδιαιτερότητα αυτή έχει ημερομηνία λήξης ταυτόσημη με τη φυγή μας από τον κόσμο τούτο.

Αλλά ας επανέλθουμε στο νιόπαντρο ζευγάρι: Μπορεί τα νιόπαντρα να είχαν δικό τους καλύβι και η νύφη να ήταν αφέντρα, δούλα και κυρά στο φτωχικό τους αλλά το τραπέζι του φαγητού με τα πεθερικά της τον πρώτο καιρό ήταν κοινό. Η νύφη χρησιμοποιούσε το νοικοκυριό της πεθεράς από τα υλικά μέχρι τη βάτρα και το γάστρο. Τρώγανε μαζί και εκεί η νύφη έπρεπε να στέκει όρθια και παράμερα μέχρι το τέλος. Και ίσως αναρωτηθείτε: μα η νύφη νηστικιά έμενε;

Όχι, έτρωγε στο καλύβι της μαζί με τον άνδρα της. Το ζευγάρι ήταν ανάγκη να γνωρισθεί και να δέσει. Αυτή εξ άλλου ήταν και η επιταγή της Εκκλησίας μας: «και έσονται οι δύο εις σάρκα μία» Και την επιταγή αυτή οι Σαρακατσαναίοι την τηρούσαν με ευλάβεια. Βέβαια με τα εκκλησιαστικά δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις αλλά πίστευαν βαθιά και επιδίωκαν η ζωή τους να είναι σύμφωνη με τις επιταγές και αρχές του Χριστιανισμού.

Τι κάνεις εκεί Αγόρω! τι θα πει ο Αφέντης ο Χριστός. Η λαλιά αυτή ήταν συνηθισμένη στις Σαρακατσάνες και τη χρησιμοποιούσαν στην παραμικρή ζαβολιά. Ο Χριστός ήταν ο κριτής, ο τιμωρός των σφαλμάτων αλλά και Προστάτης των πάντων στον απάνω κόσμο. Σέβονταν και εκτιμούσαν τα Θεία, αν δεν έκανε τον σταυρό του, δεν άρχιζε τη δουλειά. Πρώτα ο Θεός. Κάθονταν στην στρούγκα να αρμέξουν οι αρμεχτάδες και πρώτα θα έκαναν το σταυρό τους. Πριν από οποιαδήποτε δουλειά έκαναν το σημείο του σταυρού. Τη ρήση που επικαλούμαστε σήμερα « πρώτα ο Θεός» οι Σαρακατσάνοι την εφάρμοζαν απαρέγκλιτα.

Κωνσταντίνος Γαλλής"

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.