morfa 01–Παναϊότι; Καπίνσεις πάλι; 'Εχουμε δ’λειές. Θέλ’ς και πανηγύρι ταχιά. Πότε θα προκάνουμε; Σ'κωθείτε κι εσείς να βοηθήσετε. Εγώ θα πάω κάτ' στο ποτάμ(ι) να πλύνω τα τσόλια.
–Μάνα θα έρθω κι εγώ να πλύνουμε, είπα εγώ.
Έβαλα τα κόκκινα πλαστικά πεδιλάκια μου και η μάνα ζαλ'κώθηκε τα τσόλια και τις τάβλες και κατεβήκαμε σχεδόν αχάραγα κάτω για το ποτάμι ανάμεσα από τις οξυές, που είχε ένα χωμάτινο στρατί και η μάνα έπαιρνε τραγούδια, πλαϊνούτσικα στον 'χό και δυνατά.

Πέρασε πολύς καιρός για να καταλάβω ότι αυτό το 'κανε για να λακίσουν τα ζ’λάπια και να μην κιντυνέψουμε και εμένα δεν μου έλεγε τίποτα για να μην σκιαχτώ. Φτάσαμε στο ποτάμι και τα έπλυνε όλα τα σκτιά με τον κόπανο, λαγάρισαν και ζωντάνεψαν τα χράδια και τ' άπλωσε στα μεγάλα λιθάρια για να στεγνώσουν. Μόλις βάρεσε και ο ήλιος! Για κάνα δύο ώρες θα καθόμασταν μόνο. Η μάνα μ'όδουκι μίνια φέτα ψωμί φρέσκο, μοσχομυριστό και έβαλε επάνω και ζαχαρούλα και λίγες σταγόνες νερού για να μην γλιστράει και μου το 'δωκε να το φάω. Εκείνη δεν έφαγε τίποτα και μου είπε ότι έφαγε νωρίτερα και δεν πεινούσε άλλο. Η αλήθεια μετά από χρόνια, ήταν ότι δεν είχε φάει τίποτε όπως και δεν έτρωγε για να φάνε οι άλλοι, αφού είχαμε λίγα πράγματα, αλλά και τα χρειαζούμενα τότε ήταν λίγα. Η μάνα μέχρι να στεγνώσουν τα σκ'τιά, μάζεψε παρακείθε ίσκνες για τη φωτούλα, κάτι άγρια χόρτα, λίγα κότσιαλα για προσάναμμα και ό,τι έβρισκε στο παρακείμενο δάσος χρήσιμο. Τι πράγματα μπορείς να βρεις στη φύση! Ούτε που το βάζει ο νους σου!
Είναι αθέατα στα πολλά μάτια, παρά μόνο σε λίγους που είναι εκπαιδευμένοι στην παρατήρηση και στην ζωή των βουνών. Άλλωστε πόσα είναι αθέατα στα μάτια! Γυρίσαμε ανεβαίνοντας κατά το γιόμα στη στάνη. Η μάνα το 'κοψε το τραγούδι στην ανηφόρα. "Γιατί δεν τραγ’δάς μάνα;" "Δεν μπορώ μωρή, τον ανήφορο....".

Η αλήθεια ήταν, ότι τα ζλάπια το γιόμα αναμεράν. Μόλις φτάσαμε, είδαμε τον πατέρα που είχε σφάξει την πρατίνα, τ'ν είχε κρεμάσει στον πευκάκο που ήταν στον όχτο και κάτω ήταν μίνια μικρή σάρα. Εκεί θα πέταγε τα αίματα και τα περιττά. Με τον μεγάλο σουγιά του, που η λαβή του ήταν πυξαρένια και σκαλισμένο πάνω «Όλο τον κόσμο γύρισα ανατολή και δύση, κανείς από τους φίλους μου να μην μου τον ζητήσει», φουσκώνοντας με το στόμα του το τομάρι, κόβοντας και έβαζε τον λερωμένο σουγιά στο στόμα του και τον κρατούσε με τα δόντια και με το χέρι κατέβαζε σιγά σιγά το τομάρι. Μετά το ξετομάριασμα, της έσκισε την κοιλιά, να βγάλει τα εσωτερικά της να τα τ'γανίσει η Κούλα. Τ'ν έφερε την πρατίνα στο τραπέζι και τ'ν έκοψε με το χατζάρι σε μικρά κομμάτια, εκτός το κεφάλι της που μαζί με τον πατσιά της, θα τα 'βραζαν οι γυναίκες την άλλη μέρα. Τ'ν έπλυναν καλά οι θειάδες και η Τούλα κ'βάλαγε νερό από την βρύση της Οξιάς. Τ'ν αλάτισαν καλά και με κόκκινο πιπέρι άλλειψαν τα κομμάτια της και έτριψαν και κρεμμύδια και τ'ν έβαλαν όλη στο μεγάλο καζάνι μαζί με λάδι από τ'ν τσίγκινη μπούκλα από τον Αργυρότοπο. Ούι λάη μωρ' Ντόϊω! Νερό θα νάβαναν ταχιά, όπως και λίγο βούτυρο. Την κούπωσαν καλά και έβαλαν απάνω και πέτρες να μην τ'ν μαγαρίσει κα’ένα ζώο. Η θείτσα Κώσταινα με τις κοπέλες έφεραν μπάτσες από έλατα και φτέρες πολλές και τις έβαλαν πάνω στις μακρόστενες σανίδες που στερεώθηκαν σε κορμούς δέντρων σε δύο σειρές όξω από το κονάκι μας. Είχαμε δύο βαντιέρες, μία το κάθε κονάκι μας. Τις πλύναμε και αυτές και τα ποτήρια, τα π’ρούνια, τα λίγα ανταμικά πιάτα μας και τα δύο τσ’κάλια. Το ψωμί από το φούρνο βγήκε ζεστό-ζεστό! Το είχε πιάσει η θείτσα και το ζύμωσε η Τούλα. Αμέσως για να μην ξεραθεί, το τύλιξαν με την μία τάβλα, που την είχε φτιάξει η θείτσα Φρούδω και το έβαλαν εκεί που είχαμε τα αγγειά.
Σουρούπωσε πια για τα καλά και ξεκάμπισε ο πατέρας. Είχε πάει στους άλλους πέρα από το ρέμα να καλέσει μερικούς για το αυριανό πανηγύρι. Είχε καλέσει και τον Περικλή Γιαννακό και τον Μίχο Ράφτη. 'Αφησε την καπούλα του πίσω από την πόρτα και άναψε το καντήλι. Το καντήλι θα έκαιγε από το βράδυ και όλη την άλλη μέρα ως το άλλο βράδυ, γιατί ήταν της Παναϊάς και είχαμε γιορτή. Δεν το ανάβαμε κάθε μέρα γιατί δεν είχαμε και πολύ λάδι, παρόλο που εμείς τα μικρά παιδιά το θέλαμε, για να μην φοβόμαστε και να ξορκίζουμε το κακό. Ξαπλώσαμε στα αυτοσχέδια μικρά στο ύψος κρεββάτια και τλουπωχθήκαμε με τις βελέντζες. Έχει κρύο στο βουνό που σε περονιάζει μέχρι το κόκκαλο.
Πριν χαράξει ακόμη σηκώθηκαν όλοι και εγώ λαγοκοιμόμουν και με ξύπνησε το καντήλι που τσιτσίριζε, γιατί είχε σωθεί το λάδι και από κάτω είχε νερό. Σηκώθηκα, είπα χρόνια πολλά σε όλους και ειδικά στον πατέρα του έδωσα και ένα φιλί και εκείνος με χάιδεψε στο κεφάλι και δεν με φίλησε. Τότες οι άντρες δεν έδειχναν αδυναμία, συναισθήματα, δεν φιλούσαν τα παιδιά. Η αντρική συμπεριφορά ετεροκαθορίζονταν από άλλη κοινωνική πραγματικότητα, σμιλεύθηκαν και οι ίδιοι από άλλα αρχέτυπα και από τα στερεότυπα, του απρόσιτου και άκαμπτου άνδρα, του σκληρού, του άγριου, που έχει πυγμή. Νίφτηκα, ξεσκονίσθηκα, έσιαξα τα ρούχα μου που από τον ύπνο ήταν λίγο ζαρωμένα, έβρεξα τα μαλλάκια μου και είπα δύο λέξεις από το πάτερ ημών, τόσες θυμόμουν, έκανα και τον σταυρό μου, ημέρα γιορτής ήταν της Παναϊάς, μεγάλη η χάρη της και βγήκα όξω.
Τι να δω! Όλοι ήταν αλλιώς! Τί κάνει η προσμονή και ύστερα η γιορτή, η υπέρβαση της καθημερινότητας. Κλίμα γιορτής. Πάνω στις σανίδες με τις φτέρες, ολοκάθαρα τα τσόλια και στα μακρόστενα τραπέζια από άκρες φτιαγμένα, είχαν στρώσει τις τάβλες και επειδή δεν έφταναν για όλο το αυτοσχέδιο τραπέζι, στο τέλος του, είχαν ένα πλαστικό μεσάλι με λουλούδια και παγώνια που το πήρε η θειά Βαγγελίτσα στη μάνα από τα μαγαζιά γυαλικών του Κριθαροπάζαρου, μαζί με ένα γυάλινο μαστραπά με κόκκινο καπάκι. Οι βαντιέρες γιομάτες με ποτηράκια με ούζο. Μύριζε τόσο έντονα ο γλυκάνισος! Τα τσ’κάλια γιομάτα νερό και στο χερούλι ένα κλαδί ελατάκος και χινοπωρίτσες κίτρινες δεμένες με κόκκινες και φλώρες κλωνές. Τα πιρούνια και τα πιάτα στη θέση τους και μικρά κλαδάκια από φτέρες και φύλλα από οξυές για να σκουπίζονται. Το καζάνι με την πρατίνα να βράζει πάνω στη μεγάλη πυροστιά και όλο να ρίχνουν ξύλα παραπέρα και να μεταφέρουν κάτω από την πυροστιά. Ο φούρνος έκαιγε και θα έβγαινε και η πίτα. Σε ένα μικρό αγγειό τα πέτρα που περίσσεψαν τα είχαν σιγοψήσει για να τα φάω εγώ που ήμουν το μικρότερο. rapti 02Στον μαστραπά έρεε άφθονο το ούζο. Είχαμε πολύ λόγω γιορτής. Η Τασούλα τηγάνιζε πατάτες στο βούτυρο. Κινητικότητα μεγάλη. Όλα μύριζαν ωραία. Αίσθηση αθανασίας από την αντάμωση και τη χαρά! Αλυπία! Όλοι ήταν μαζεμένοι και δεν περίμεναν να βγει το φαΐ και αρχίν'σαν να πίνουν, άμαθοι από ποτό, κουβέντιαζαν δυνατά και κάθονταν στις σανίδες με τις φτέρες, ώσπου ήρθε και το φαΐ. Οι γυναίκες λίγο πριν ετοιμασθεί είχαν ρίξει ρύζι στο καζάνι. Τί νόστιμο που ήταν! Ιγώ πήγαινα κάθε τόσο στη βρύση να φέρω νερό κρύο να γιομίσω τα τσ’κάλια. Δεν μπορούσα να βοηθήσω με άλλο τρόπο. Έτρωγαν και έπιαναν τραγούδια με το στόμα. Μία φορά η μία πλευρά του τραπεζιού και μετά η άλλη. Τι συμμετοχή ήταν αυτήν, τι μοίρασμα! Τι υγρά μάτια και πονεμένα σε πρόσωπα άνυδρα και ταλαιπωρημένα, με υποδόρια ευαισθησία "Βάλε κρασί στο μαστραπά και βγάλτο στον αγέρα". "Τρεις Βλαχοπούλες λυγερές αρχόντισσες και καλλονιές, η μια είναι η Λένη η ξανθιά και οι άλλες με σγουρά μαλλιά". "Αγγέλω μ' κρένει η μάνα σου.." "Καλώς ανταμωθήκαμε, τούτο τον χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος τον ξέρει, για ζούμε για πεθαίνουμε για σ' άλλο κόσμο πάμε".

"Τί είναι αυτό μάνα; Δεν καταλαβαίνω τι λέει. Θα πάθουμε κάτι του χρόνου; Πέσμου γιατί!". Καμμιά απόκριση, μόνο "Σώπα!". Το γιατί με ταλανίζει ακόμη και σήμερα. Μετά ο μπάρμπα Μίχος ο Ράφτης έπαιρνε κάθε χρόνο το ίδιο τραγούδι:
"Απόψε κρύο έκανε, κρύο και τραμουντάνα ματάκια μου...
Τα περιγιάλια πάγωσαν και οι βρύσες μαρμαρώσαν,
και εσείς περιβολάκια μου με τα άνθη στολισμένα,

μην είδατε τον αρνητή, τον κλέφτη της αγάπης..."

Όλοι συγκινούνταν, κανείς δεν τον ακολουθούσε, το έλεγε μόνος του και όλοι βουβοί εσωτερικεύονταν και ανέβαζαν το ποτήρι με το ούζο Ύστερα έρχονταν τα φρούτα και μετά οι φλούδες τους και οι σφήκες και μετά ο κριθαρένιος καφές, που τον έπιναν οι μεγάλοι και τα μεγαλύτερα παιδιά ως δείγμα ενηλικίωσης· κι ήταν όλοι ενθουσιασμένοι!
Αργότερα μας επισκέπτονταν και άλλοι που γιόρταζαν από το διπλανό κονάκι. Όταν τελείωνε το τραγούδι με το στόμα, με τις εναλλαγές της παρέας, που απελευθέρωνε το συναίσθημα, βάζαμε το γραμμόφωνο του πατέρα με τις πλάκες της Σοφίας Κολλητήρη, ακούγοντας: "Τάξε μανούλα μ’ τάματα...", "Κώστα μ' τα χιόνια  λιώσανε...." και όλα αυτά, χωρίς να χορεύει κανείς, ο χορός ήταν εσωτερικός - τραγούδι πιότερο με το στόμα - παρά με την κίνηση του σώματος - δεν είχαμε χορευτική ταυτότητα και έρχονταν ύστερα το άλγος του ηλιοβασιλέματος με το τελείωμα της μέρας, χωρίς αγέρα, χωρίς φως, χωρίς χρώματα, χωρίς μεγάλη παρέα... και έφερνε μελαγχολία το άναμμα της πετρόλαμπας. Τελείωσε το ωραίο, ήρθε το σκοτάδι, αλλά πως θα νιώσεις το φως αν δεν υπάρχει το σκοτάδι. Ταχιά όμως που θα ξημερώσει θα αρχίσουμε με νέες δυνάμεις, αναζωογονημένοι από το πανηγύρι και την γιορτή μας. Όλες οι μυρωδιές του βουνού, ο αγέρας, οι ήχοι, το πευκοδάσος, οι φιγούρες των ανθρώπων, τα αισθήματα αγάπης, αντάμωσης, συλλογικότητας, η βαθιά αντίληψη και βίωση της συγγένειας, οι τότε κυματισμοί της ψυχής μας, τα πανηγύρια μας που ήταν υπέρβαση της σκληρής καθημερινότητας, τα τραγούδια μας που είναι δικά μας, γιατί τα δέσαμε με συναισθήματα και εικόνες της ζωής μας και ας ήταν επιρροές με απορρόφηση λέξεων ή και προτάσεων του Ξηρόμερου και του Καρναβά, η γλώσσα μας, όλα αυτά συνθέτουν την μικρή μου πατρίδα, αφού δεν έχω, όπως και οι άλλοι συναφλίτες χωριό - τόπο, πάρα μόνο όλα τα παραπάνω και πόσα άλλα... που αποτελούν τον τόπο που υπερβατικά ονομάζω "βουνό" και είναι το αντιστύλι για την προσωπική μου στάση στην ζωή, αφού σχεδόν σε όλες τις ακούσιες σκέψεις μου, κυριαρχούν οι εικόνες της νομαδικής ζωής και της στάνης.
Και τώρα πια τι; Δεν ζούμε πραγματικά, έχουμε πολλά, αλλά τίποτε δεν δίνει την ευχαρίστηση εκείνων των στιγμών με τα αγαπημένα πρόσωπα. Κανείς μας δεν περίμενε έτσι και αλλιώς τη ζωή που ζει!

της Ελένης Π. Ράπτη
(Από την εφημερίδα "Χαιρετήματα" φύλ. 99)

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.