Απόσπασμα από την εισαγωγή του συγγραφέα στο κεφάλαιο "Τραγούδια:
Hoeg klein"Κατέγραψα στους Σαρακατσαναίους περίπου ογδόντα δημοτικά τραγούδια. Είμαι, όμως, πεπεισμένος ότι αυτά είναι πολύ περισσότερα. Αν μπορούσα να επισκεφθώ όλες τις στάνες, ο αριθμός των τραγουδιών θα ήταν αναμφίβολα πολύ μεγαλύτερος, γιατί, φυσικά, κανένας Σαρακατσάνος δεν γνωρίζει ολόκληρο τον ποιητικό θησαυρό και, σε κάθε νέα στάνη που πήγαινα, άκουγα τραγούδια που αγνοούσα η τραγούδια που μέχρι τότε δεν είχα καταφέρει να καταγράψω, παρά μόνο κάποια αποσπάσματα τους.

Μεταξύ των τραγουδιών που συγκέντρωσα, υπάρχουν περίπου είκοσι, που δεν αξίζει να δημοσιευτούν, καθώς το περιεχόμενό τους είναι αλλοιωμένο. Αυτό ισχύει κυρίως για τα περισσότερα από τα τραγούδια που μου είπαν κοριτσάκια. Πράγματι, εκπλήσσεσαι, όταν διαπιστώνεις ότι συχνά τραγουδούν και επαναλαμβάνουν διαρκώς τραγούδια που είναι εντελώς ακατανόητα..."

Διαβάστε μερικά από τα τραγούδια

Τραγούδι για τα γεγονότα του 1913
Βγήκα ψηλά στο Κρυφοβό κι αγνάντευα τον πόλεμο,

πώς πολεμάν οι Έλληνες με τους Παλιαρβανίτις.
Πέφτουν τα τόπια σα βροχή, γκιουλέδις σα γαλάζι,
κι αυτό του λιανοντούφικο σα σιγαλή βροχούλα.
Ο κυρ λοχίας φώναξι, ο κυρ λοχίας λέει:
«Μπρος, πιδιά, στον πόλιμο, εμπρός και τα τουφέκια,
να πάρουμι τα Γιάννινα, να πέσει του Μπιζάνι,
να πιάσουμι του 'Σάτ πασιά»

(Ιστορικό τραγούδι που αναφέρεται στα γεγονότα του 1913. στ. 1: Κρυφοβό, χωριό της επαρχίας των Ιωαννίνων.)

Τι σκούζεις, μαυροκόρακα
Τι σκούζεις, μαυροκόρακα, τι σκούζεις, τι μαδιόσι;
Μεδά διψάς για αίματα, μεδά πεινάς για λέσια;
Έβγα ψηλά στον Γκόζιακα, αγνάντεψε τρογύρα.
Κι αγνάντιψε την ποταμιά κατά την κρύα βρύση,
να δεις κεφάλια κλέφτικα, κουρμιά δίχους κεφάλια,
πως πολεμάν οι Έλληνις με του(ς) σκυλαραπάδες.

Τάφος Δημάκη
Εψές, προψές, επέρασα στον τάφο του Δημάκη

κι ακούω το μνήμα που βογγάει να βάριαναστενάζει.
Κουντοκρατώ το φάρο μου και του ψαχνορωτάω:
«Τ έχεις, Δημάκη, και βογγάς και βάριαναστενάζεις;
Μεδά το χώμα σου βαρύ, μεδά η μαύρη πλάκα;»
«Μουιδί το χώμα μου βαρύ, ουιδί η μαύρη πλάκα.
Μούν' με βαρούν τα νιάτα μου, η έρμη λιβεντιά μου.»
«Ισένα τα νιάτα σου το χώμα θα τα φάει,
την έρμη τη λιβεντιά σου.»

Ταυματισμός Ευζώνου
Το μάθιταν τι γένιτι στον κάμπο της Καστρίτσας;

Βάρεσαν έναν ενζουνό, έναν πρωτολοχία.
Τρεις τουφεκιές, τρεις πιστολιές, νια μαχαιριά στην πλάτη.
Γιουμίζ' το στόμα αίματα, τα χείλια το φαρμάκι
κι η γλώσσα αηδοννιου λαλεί - αηδοννιού -και λέει:
«'λάτι, στρατιώτις, πάρτι μι και στη στρατώνη συρτι μι.
Πάρτι κι τις μπαλάσκις μου, με δυό, με τρεις χιλιάδις!
Χίλια δώστι της μάνας μου, εκατό της αδερφής μου
και τ' άλλα, τ' αποδέλοιπα, δώστι της γειτονιάς μου!
Κι αν ρωτήσ' η μάνα μου, τον πού 'νι ου λοχίας,
μη τς πείτι πως σκοτώθηκι, πως είμι σκοτωμένος.
Να τς πείτι πως παντρεύτηκα 
Πήρα την πέτρα πιθιρά, τη μαύρη γης γυναίκα,
κι αυτά τα λιανολίθαρα ούλα για συγγενάδια.»

 

Τα μαύρα Κανακόϊπουλα
Σαν το κακό που πάθαιναν τα μαύρα Κανακόϊπουλα
κι οι μαύροι Γεννακαίοι, φέτο το καλοκαίρι.
Τις χάλασ' ο Βελή-πασας, τα μαύρα τα Λαζόιπουλα.
Τρεις καπιταναραίοι τις πήραν τις γυναίκες.
Τις πήραν και τις έβγαλαν στηνέ ψηλή ραχούλα.

Ποια μάνα έχει δυό παιδιά
Ποια μάνα έχει δυό παιδιά στον πόλεμο στιλμένα;

Πες της να μην τα καρτερεί, να μην τα παντεχαίνει.
Τα παιδιά σκοτώθηκαν στο Δουμικό, στη ράχη.
Ο Δουμικός κατέβασε με ήλιο, με φεγγάρι.
Φέρνει λιθάρια ρίζινα, δέντρα ξερριζουμένα,
φέρνει και νια γλυκομηλιά τα μήλα φορτωμένη.
Απάνου στο κλοννάρι της δυ' αδέρφια 'γκαλιασμένα.
Γυρίζει το μικρότερο και λέει τον μεγάλου:
«Κράτα, 'δερφέ μ', να σε κρατού, να μην ξεχωριστούμε».

Πλάτανος
«Τ' έχεις, καημένι πλατάνι, και στέκεις μαραμένος,

με τις ριζούλις στο νερό, με του κουρμί στο χιόνι;»
«Ούλοι ριχνούν στις κλώνες μου και ούλοι στα κλοννάρια
κι αυτός ο γιρ-Αλή-πασάς ρίχνει στήνι καρδιά μου.»

Πιδιά 'π' τη Σαμαρίνα
Ισείς, πιδιά βλαχόιπουλα, πιδιά απ' τη Σαμαρίνα,

τωρά απ' θα βγείτε στο χουριό, ψηλά στη Σαμαρίνα,
τουφέκι να μη ρίξετε, τραγούδια να μη πείτε.
κι σας ακούει η μάνα μου κι η δόλια αδερφή μου
και δεν αλλάζουν τη Λαμπρή, στην εκκλησιά δεν βγαίνουν.
Να μη τους μαρτυρήσιτε το που είμι λαβωμένος.
Πες της ότι παντρεύτηκα, πήρα γυναίκα Φράγκα.

Νταβέλης
Μας πήρ' η μέρα κι η αυγή,

Χρήστο Νταβέλ', αρχιληστή,
έρι γιόμα και μεσημέρι,
καπετάν Χρηστό Νταβέλη.
Σια πού θα λημεριάσονμε;
Νταβέλη, θα μας πιάσουνε.
Γιέ μου, να κάνουμε λημέρι,
καπιτάνι Χρήστο Νταβέλη.
Γεια σου, Λία μ’ και Νταβέλη,
πού θα μας φέρουν το ψωμί,
Χρήστο Νταβέλ', αρχιληστή,
γιε μου, κι ο βλάχος το κριάρι,
Κακαράπη και Νταβέλη.

Λιεροκαπαίοι
Nα ήμουν πουλί, να πέταγα, να πάινα ταϊ ψήλου,

ν' αγνάντευα την Τσαμουριά και τους Λιεροκαπαίους.
εφτά πασάδες πέρασαν στα βλάχικα κονάκια.
Κράζουν του γιρο-Θόδωρο, τον Πάνο τον Καψάλη
και τον Γιαννάκη Γόγολο κι αυτόν τον Μάνθο Ντάγκα.
«Φέρτι τους κλέφτις ζουντανούς και τους Λιεροκαπαίους!»
Γερνάει ου Πάνους και τους λέει, ου Πάνος πού 'ταν δόντι:
«Ιμείς κλέφτις δεν έχουμι, μουιδί Λιεροκαπαίους.
Μεδά τους είχα πιστικούς, μεδά τζιουμπαναραίους».

Λημέρια, που 'ν' οι κλέφτι σας
Με γέλασαν η χαραυγή, τ' αστρί κι του φεγγάρι

και βγήκα νύχτα στάι βουνά, νύχτα στα κουρφοβούνια.
Κι εκούου τα πεύκα που βροντάν, κι εκούου τ’ς ουξιές που βάζουν.
Βρίσκου λημέρια κλέφτικα, παλιά, χορταριασμένα.
Με πήρι το παράπονο και κάθομαι και κλαίω:
«Λημέρια, που 'ν' οι κλέφτισας, που 'ν' τα παλικάρια;»
Το λόγο δεν απόσωσα, το λόγο δεν απούπα,
ο καπιτάνιος έρχεται μαζί με τα πιδιά του.
«Tι συλουϊόσι ξάδερφε, τ' είσι συλλογισμένους;
Μη σου βαρούν οι φυλακές, τα έρημα πετρούμια;»
«Δε μου βαρούν οι φυλακές, μουδί και τα πετρούμια.
Θυμάμαι το Ξηρόιμερο, που 'ταν λημέρια κλέφτικα,
λημέρια τουν γκλεφτιών.
Λημέρια, που 'ν' οι κλέφτισας, που ε'ιν' τα παλικάρια;

Κουλουκοτρωναίοι
Πώς λάμπ' o ήλιος στάι βουνά, τα χιόνια στα λαγκάδια,

έτσι λάμπουν κι η κλεφτουριά κι οι Κουλουκοτρωναίοι,
πο 'χουν τ' ασήμια τα πουλλά και τα χρυσά γιλέκια.
Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρουν αντίδωρο απ' του παπά το χέρι.
Καβάλα βγήκαν κι έκατσαν σι μαρμαρένι' αλώνια.

Κατσιαντωναίοι
Αηδόνια μου, μπιρμπίλια μου, να ζείτι, να λαλείτι,

και συ, πετρίτ' αγλήγορη, πουλί της καταβότρης,
κι αν πας, πουλί, κατ' Άγραφα, κι αν πάς κι στα Τζιουμέρκα,
χιρέτα μας τη συντροφιά και τους Κατσαντωναίους.
Πες τους να κάτσουν φρόνιμα, μην κάνουν ζουρλαμάρις.
Δεν είν’ ου πιρσινός καιρός, να κάνουν όπως θέλουν.
«Εσείς, Τζιουμέρκα, Άγραφα, λημέρια τουν γκλεφτών,
τους κλέφτες τι τους κάματαν και τους Κατσαντωναίους;»
«Τον Κατσαντώνη πιάσανι κι αυτόνε του Χασιώτη.
Στα Γιάννινα τους πάισαν, στ' Αλή-πασά τα σπίτια.»

Καλαμπαλίκης
Τρεις περδικούλις κάθουνταν -Βασίλη, Βασίλη,

μωρέ Καλαμπαλίκη, στις φούρκις, στου ταμπούρι.
Μίνια τηρά την Πρέβεζα -Βασίλη, Βασίλη,
μωρέ Καλαμπαλίκη,  κι η άλλη τη Λαμία.
Η τρίτη, η καλύτερη, -Βασίλη, Βασίλη,
μωρέ Καλαμπαλίκη, μοιριολογάει και λέει.
Μεδά λαλούσι σαν πουλί ,-Βασίλη, Βασίλη,
μωρέ Καλαμπαλίκη, μουιδί σα χελιδόνι.
"Πουλλοί μαύροι μας έρχονται -Βασίλη, Βασίλη,
μωρέ Καλαμπαλίκη, μαυροί σαν τα κοράκια.»
Αλλοι τα λένε πρόβατα -Βασίλη, Βασίλη,
μωρέ Καλαμπαλίκη-κι αλλοί για γκόρμπα γίδια.
Αυτά δεν ήταν πρόβατα -Βασίλη, Βασίλη,
μωρέ Καλαμπαλίκη-μουτί και γκόρμπα γίδια.
Αυτό ειν' ασκέρι ταχτικό, -Βασίλη, Βασίλη,
μωρέ Καλαμπαλίκη, πο 'ρχιτ' απ' τη Λαμία.

Καημένι Δήμου
Πουλιά μου, νάγρια κι ήμερα,

μωρέ Δήμου, Δήμου,
καημένι Δήμου, άγρια και μερωμένα,
ν’ αυτού ψηλά που παίζετε,
μωρέ Δήμου, Δήμου,
καημένι Δήμου, κι χαμπ’λά τηράτε;
Μήν είδιταν αρματωλούς
μωρέ Δήμου, Δήμου,
καημένι Δήμου-κι απ' τους παλιούς τους κλέφτες;
«Νιψές, προψές, τους είδαμαν
μωρέ Δήμου, Δήμου, καημένι Δήμου
μες στ' άγιου μοναστήρι.
Είχαν αρνιά που ψένανε,
μωρέ Δήμου, Δήμου, καημένι Δήμου
κριάρια σουφλισμένα.
Κι είχαν κι ένα παλιό κρασί
μωρέ Δήμου, Δήμου, καημένι Δήμου
κι ένα καλό λημέρι.
Κι έβαλαν όρκους στο σπαθί,
μωρέ Δήμου, Δήμου, καημένι Δήμου
σπαθί και το τουφέκι.
Κι αν αρρωστήσ' κανάς 'πό μας,
μωρέ Δήμου, Δήμου, καημένι Δήμου
πού μας, απ' τους σαράντα,
στο νώμο θα τον σύρομε
μωρέ Δήμου, Δήμου, καημένι Δήμου
σαράντα δυό μερούλες.

Φέτο θα γένει πόλεμος
Έβγα, μανούλα μ', φώναξι σ' ουλνούς τους μαχαλάδες,

όσα παιδιά ειν' ανύπαντρα φέτου μη παντρευτούνε.
Φέτου θα γένει πόλεμος, θα γέν' ανταρντασία.
Θα κλάψουν μάνες και παιδιά, γυναίκις για τους άντρες.
Θα κλαίει και μίνια νιούτσικη, νια μικροπαντρεμένη,
πο 'χει τον άντρα τ'ς άρρουστο, βαριά για να πεθάνει.

Ζιάκας
Ισείς βουνά του Γρεβενού και πεύκα του Μετσόβου,

λιγό να χαμπηλώσετε, ένα τουφέκι τόπο,
για να φανούν τα Γριβινά κι αυτό το Μεγασπήλιο,
πώς πολεμάν ζάρκα πιδιά, ζάρκα και στο γιλέκι.
Πέφτουν τα τόπια σα βροχή, γκιολέδις σα χαλάζι
κι αυτό το λιανοντούφικο σαν τη ψιλή βροχούλα.
«Βάστα, Ζιάκα μου, τον πόλεμο, βάστα και το τουφέκι!»
«Τι να βαστάξω, τ' αρφανό, τι να βαστάξ' ου μαύρους;
Γιουμπέχανες μας (σ)ώθηκε, γιουμπέχανε(ς) σωθήκι.»

Δυο γράμματα
«Αντώνη μου, τι σκέπτεσαι, τι βάνεις με το νου σου;»
«Πιδιά μου, μη με βιάζετε και θα σας μολογήσου.
Εψές μού 'ρθαν δυο γράμματα ναπό το γερο-Γρίβα.
Αάτι να τα διαβάσουμι, να ιδούμι τι μας γράφουν!»
Απόξω λέει τ' απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα:
«Αντώνη, κάτσι φρόνιμα, μην κάνεις ζουρλαμάρις!»

Δήμος
Ου ήλιος εβασίλεψι κι ου Δήμους διατάζει:

«Σύρτι, παιδιά μου, στο νερό, ψωμί να φάτ' απόψε,
και συ, Λαμπράκη μ', ανιψιέ, κάτσε εδώ κουντά μου.
Τα άρματα μου φόρεσε, να είσι καπιτάνιος.
Και σεις, παιδιά μου, πάριτι το έρημο σπαθί μου
κόψτι κλαριά, στρώστε για να καθίσου
και φέρτε μ' τον πνευματικόν να μι Τιμολογήσουν,
να του ειπού τα κρίματα όσα έχου κάνει
τριάντα χρόνια 'ρματολός κι είκοσι χρόνια κλέφτης.
Και τώρα μου 'ρθι θάνατος και θέλω να πιθάνω.
Και φκιάσε το γκιουβούρι μου, πλατύ, ψηλό να γένει,
να στέκου 'ρθός να πουλεμού και δίπλα να γιομίσω.
Κι από το μέρος το δεξί αφήστι παραθύρι
τα χελιδόνια να 'ρχονται, την άνοιξη να φέρουν.
 

Γρίβα σε θέλ' ου Βασιλιάς
Μας ήρθ' η άνοιξη πικρή,

Γρίβα, καημένι Γρίβα
και καλοκαίρι μαύρο
μας ήρθι κι ο χινόπωρος
Γρίβα, καημένι Γρίβα
πικρός φαρμακωμένος.
Μας ήρθι Φράγκους βασιλιάς
Γρίβα, καημένι Γρίβα
Φράγκους και Μπαρβαρέζους
Γρίβα, σε θέλ' ου βασιλιάς
Γρίβα, καημένι Γρίβα
Του τι με θέλ' ου κιαρατάς
Γρίβα, καημένι Γρίβα
Ανί με θέλει για καλό
Γρίβα, καημένι Γρίβα
να πάου καθώς είμι.
Κι αμα με θέλει για κακό
Γρίβα, καημένι Γρίβα
να ζώσω τ' άρματα μου

Αντρουτσαίοι
Κλαίνε τα δόλια τα βουνά,

παρηγοριά δεν έχουν.
Δεν κλαίνε για το ψήλωμα,
δεν κλαίνε για τα χιόνια.
Η κλεφτουριά τ' αρνήθηκε
και ροβολάει στους κάμπους.
Βρε κάμπ' αρρωστιάρικε,
βρε κάμπε μαραζιάρη
η Γκιώνα λέει της Λιάκουρας,
κι η Λιάκουρα της Γκιώνας:
«Βουνό μου, πού 'σαι πιο ψηλό
και πιο ψηλά 'γναντεύεις,
που να 'ναι, τι να γίνηκαν
οι κλέφτις οι Αντρουτσαίοι;
Σια πού να ψένουνε σφαχτά,
να ρίχνουν στο σημάδι;
Ποιους κάμπους να στουλίζουνε
με τούρκικα κουφάρια;»
«Βρε κάμπε αρρωστιάρικε,
βρε κάμπε μαραζιάρη,
με τη δική μου λεβεντιά
να στολιστείς γερεύεις;
Για δωσ’ μου τα στολίδια μου,
Δώσ’ μου τη λεβεντιά μου»
Μη λυώσουν ούλα τα χιόνια μου
και θάλασσα σε κάμω».

Τρεις αρχόντισες
Οι κλέφτις από τ' Άγραφα κι αρματολ' απ' το Βάλτο

πατήσανι του Λεπινού και το 'καναν πιρπάτι.
Πηράν ασπρά, πηράν φλουριά, πηράν μαργαριτάρια,
πηράν και τρεις αρχόντισσες και τρεις καλές κυράδες.
Πηράν τη Νικολάικινα, πρωτήν κουτζιαμπασίνα.
Την πήραν και την ξέβγαλαν σε μιά ψηλή ραχούλα.
«Πιρπάτι, Νικολάικινα, μην του τραβάς καμάρι.
Δε σ' έχει δω το Λιπενό, να βγαίνις (σ)το σεργιάνι.
Μούν' σ' έχουν τάι κλεφτόιπουλα, παιδιά του Κατσαντώνη.»

Φώτο Τζιαβέλας
Τ’ έχουν στο Σούλιο ταϊβουνά

μωρέ πιδιά Σουλιώτικα
και στέκουν μαραμένα
καπετάν Φωτο-Τζιαβέλα
Ουιδί τα χιόνια τα βαρούν
μωρέ παιδιά Σουλιώτικα
μουιδί βοργιάς κι αέρας
καπετάν Φωτο-Τζιαβέλα.
Μόν' τα βαρεί η Τσαμουριά
μωρέ πιδιά Σουλιώτικα
κι αφτοίν οι Αρβανίτις
καπετάν Φωτο-Τζιαβέλα

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.