probata 200Ο αδελφοκτόνος χαλασμός είχε τελειώσει την προηγούμενη χρονιά (1949), άνοιξαν οι δρόμοι, γέμισαν οι στράτες από διαβάτες, δεν φοβόσουν τι θα συναντήσεις και τι ερωτήσεις θα δεχθείς, ηρέμησαν οι άνθρωποι και ρίχτηκαν στις δουλειές τους. Όλα έπρεπε να ξαναγίνουν από την αρχή, τίποτα δεν είχε μείνει όρθιο. Τα χωριά μας παρουσίαζαν εικόνα τριτοκοσμική και οι πόλεις δεν πήγαιναν πίσω. Δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο από αυτά που λέμε σήμερα «έργα υποδομής». Όσες γέφυρες είχαν μείνει φοβόσουνα να τις διαβείς. Θυμάμαι πηγαίναμε στο μύλο να αλέσουμε και στις γέφυρες της Φαρκαδόνας (Τσιότι, παλιά) κατεβαίναμε από το κάρο και με κρύα καρδιά τραβώντας τα ζωντανά από τα καπίστρια περνούσαμε τις γέφυρες.

Πάντοτε στο μύλο πηγαίναμε δυο–δυο από το φόβο της κλεψιάς. Έτσι και άφηνες τα σακιά στο κάρο αφύλακτα, στον γυρισμό είναι αμφίβολο αν θα τα έβρισκες όλα. Πεινούσε ο κοσμάκης και έκλεβε , κότα να βόσκει ελεύθερα κινδύνευε να καταλήξει στην κατσαρόλα κάποιου αετονύχη. Ένα σωρό τρόπους σκαρφίζονταν για να κλέψουν π.χ., τρυπούσαν ένα σπυρί καλαμποκιού και το έδεναν με μια κλωστή και κρύβονταν κάπου κοντά κρατώντας την άκρη της κλωστής. Έτσι η κότα ή κανένα περιστέρι τσιμπούσε το σπυρί, αμέσως κατέληγε στον τρουβά του δράστη στραγγαλισμένη...
Τη χρονιά αυτή γυρίσαμε και εμείς για πρώτη φορά στα βουνίσια λημέρια μας. Τα είχαμε στερηθεί για μια σειρά χρόνων και η λαχτάρα μας καθρεπτίζονταν στα πρόσωπα μικρών και μεγάλων, νιων και γέρων, κοριτσιών και γιαγιάδων, όλα μας χαμογελούσαν. Διαβαίναμε τις στράτες και χαμογελούσαν και τα αφτιά μας. Στερηθήκαμε τα αγαπημένα μας όσο ασήμαντα κι αν φάνταζαν στους τρίτους.
Οι επιτελείς του τσελιγκάτου μας, τσέλιγκας και σμίκτες, διάλεξαν για να ξεκαλοκαιριάσουμε το κοντινότερο βουνό, που έτυχε να είναι το βουνό των θεών. Ανεβαίναμε για πρώτη φορά στο βουνό αυτό και όλα ήταν άγνωστο, κάτι βέβαια που δεν αποτελούσε πρόβλημα, μια που η προσαρμοστική ικανότητα των Σαρακατσάνων στα βουνά είναι χωρίς συναγωνισμό. Δώσε τους βουνά και πάρε την ψυχή τους!
Για να ανεβούμε έπρεπε να στήσουμε καραβάνι, άλλο μέσο την εποχή εκείνη δεν υπήρχε. Έτσι οι γυναίκες σάκιασαν με τάξη τα ρούχα (σέα) στα μεγάλα μάλλινα υφαντά σακιά (χαράρια), πρόβλεψαν για τα ρούχα με τα οποία θα σκέπαζαν τα φορτωμένα ζώα (φλοκάτες άσπρες, φλοκάτες χρωματιστές, βελέτζες, μπαντανίες κλπ), ξεχώρισαν τα αγγειά που θα χρησιμοποιούσαμε στο δρόμο, πρόβλεψαν κατά το δυνατόν για όλα.
Εκείνο το καραβάνι το χαρήκαμε με την καρδιά μας, αποτελούσε τρόπον τινά την επιστροφή στις ρίζες μας, την επιστροφή στα ελληνικά βουνά.
«...πάρε με απάνω σταυραετέ τι θα με φάει ο κάμπος»

Κωνσταντίνος Γαλλής

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.