impili 200Είναι βουνό της κεντρικής Μακεδονίας και εκτείνεται από τη Βέροια μέχρι σχεδόν τη Φλώρινα, αν και η Φλώρινα ανήκει στον ορεινό όγκο του Βιτσίου.
Το Βέρμιο την εποχή των τσελιγκάτων προτιμούνταν από τους Σαρακατσαναίους για τις καλές του βοσκές, τα γάργαρα νερά του, πηγαία και τρεχούμενα, και προπαντός για τις βοσκές του και ας ήταν πετρώδη τα βουνά του όταν τα έβλεπες από μακριά. Ωστόσο τα κενά μεταξύ των ασβεστολιθικών πετρωμάτων επέτρεπαν την ανάπτυξη καλής ποώδους βλαστήσεως, ιδιαιτέρως επιθυμητής από τα κοπάδια. Τα έβλεπες να λαρώνουν στις πλαγιές και αναρωτιόσουν τι στην ευχή τρώνε εκεί.

Στα Τσεκούρια ξεκαλοκαίριαζαν τρία βαρβάτα τσελιγκάτα: του Γκαρέλη, του Σκοτίδα (Αθανάσιου Ξηρομερίτη) και του Σούρλα, τα οποία μεταξύ τους συνδέονταν με συγγενικούς δεσμούς. Τα δύο πρώτα ξεχειμώνιαζαν στη Μακεδονία και το τρίτο στη Θεσσαλία.
Από το τσελιγκάτο του Γκαρέλη θυμάμαι τις οικογένειες του Γκαρέλη, Χαμουρούσου, Γκανάτσιου, Αγγέλη, Κωτούλα, Τέγου, Σουφλιά, Αλέξη, Καλφούτζου, φυσικά των Γαλλαίων και άλλες που μου διαφεύγουν.
Από το τσελιγκάτο του Σκοτίδα τις οικογένειες Ξηρομερίτη, Καπετάνιου, Αλέξη, παρ' ότι, αν κρίνω από το πλήθος των καλυβιών ήταν αρκετά μεγάλο.
Από το τσελιγκάτο του Σούρλα αναφέρω την οικογένεια του τσέλιγκα και αυτό επειδή ο Σούρλας είχε πάρει γυναίκα από τους Γκαρελαίους, πρώτη εξαδέλφη της μάνας μου.
Τα τσελιγκάτα αυτά είχαν και πολλούς σμίχτες που δυστυχώς μου διαφεύγουν, αλίμονο κόντυνε η μνήμη..
Τα τσελιγκάτα Γκαρέλη και Σκοτίδα υδρεύονταν από την περίφημη βρύση του ιμπιλί, μια σημαδιακή πηγή με κοπάνες για το πότισμα των κοπαδιών και πλέον αυτών η βρύση αποτελούσε σημείο αναφοράς κάθε προξενιού. Εκεί κατέφευγαν προξενητάδες και προξενήτρες να νυμφοδιαλέξουν και γαμπροδιαλέξουν.
Ψηλότερα λίγο από την αλπική ζώνη ήταν τα καλυβια του τσελιγκάτου Γκαρέλη, πιο κάτω στο ύψος της αλπικής ζώνης τα καλύβια του Σκοτίδα και παρακάτω μέσα στη δασική περιοχή τα καλύβια του Σούρλα.
Τα καλύβια του Γκαρέλη ήταν μέσα σε μια χούνη περιμετρικά αυτής στο κάτω φρύδι από τα τσιουγκάνια – ριζιμιοί βράχοι.
Η χούνη συγκοινωνούσε με τα κονάκια του Σκοτίδα με ένα άνοιγμα χαμηλά στη δυτική πλευρά της χούνης.
Μεταξύ τους τα τσελιγκάτα είχαν κοινωνικές επαφές, ιδιαιτέρως οι γυναίκες. Ανταμώνονταν σε ένα ξέφωτο στις οξιές με τις ρόκες στη μασχάλη και σκαρφαλωμένες στα βραχάκια έφτιαχναν τα μαλλιά νήματα και στη συνέχεια τα ζηλευτά αγένωτα, τα οποία τα έβαφαν στο λουλάκι, που δίνει ένα μαύρο ελάχιστο ανοιχτό χρώμα και με τα οποία οι γυναίκες έκαμναν τις περίφημες νυφιάτικες φούστες με τους πολλούς πλισέδες και οι άνδρες τα γαμπριάτικα κοστούμια. Είχα κι εγώ την τύχη να φκιάσω κοστούμι από αγένωτο ύφασμα, που προξενούσε την περιέργεια των συμμαθητών μου. Και το παράξενο είναι ότι κανένας δεν με πίστευε όταν τους έλεγα ότι το ύφασμα ήταν φτιαγμένο στο χέρι. Είναι αλήθεια ότι μάλλινα υφάσματα για παντελόνια, σακάκια κλπ έφκιαναν και άλλες τάξεις Ελληνίδων αλλά καμία άλλη στην ποιότητα τη σαρακατσάνικη . Και μη εκληφθεί ότι τα γράφω από διάθεση εγωιστική. Μακριά από μένα τέτοιες αδυναμίες. Εξ' άλλου, κάθε τάξη σε κάτι θα διακρίνεται, είναι νομοτέλεια αυτό και δεν πρέπει να μας ξενίζει. Οι Χαλκιδικιώτισσες, οι Ηπειρώτισσες για τα περίφημα χαλιά τους και πάει λέγοντας.
Μεταξύ των δύο τσελιγκάτων παρεμβάλλεται ένας βραχώδης λόφος, στις παρυφές του οποίου υπήρχε, φαντάζομαι και τώρα, μια συστάδα από οξιές και πεύκα όπου βρήκανε καταφύγιο μερικές οικογένειες από το τσελιγκάτο των Γαλλαίων και ειδικότερα τα αδέλφια του πατέρα μου οι οποίοι είχαν γίνει στόχος των «δημοκρατικών δυνάμεων» και τελικά ο μεγάλος αδελφός δεν απέφυγε το μοιραίο.
Κωνσταντίνος Γαλλής
Πολύγυρος, 14-12-24

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.