Τι να σας πω, παιδιά μου, τι να σας μολογήσω από τη ζωή μου, από μικρός στα πρότα (πρόβατα) από μικρός στα γίδια. Μ' έφαγε η αναπλυσιά κι η ψείρα. Μην κοιτάτε τώρα που δεν υπάρχει ψείρα. Εμείς τότε ακόμη και την κάπα φοβούμασταν να την αφήσουμε καταγής, την έπαιρναν οι ψείρες και την πάγαιναν παραπέρα. Έπρεπε να την κρεμάσεις ψηλά στον πεύκο. Άσε εκείνοι οι ψύλλοι δεν υποφέρονταν, όλο να ξύνεσαι να ξύνεσαι μέχρι που ματώναμε, σαν τις ψωριάρες γίδες στο πουρνάρι.
- Γιατί, παππού , τα πρόβατα δεν ξύνονταν;
- Μωρέ πως δεν ξύνονταν, αλλά όχι όπως τα γίδια. Για τούτο και τα λέγαμε ψωριάρικα.
Λένε, μερικοί που δεν έφευγαν ποτέ από τα καλύβια, εκεί μέρα νύχτα στα πόδια των γυναικών, ότι το καλοκαίρι η ζωή η σαρακατσάνικη ήταν γλέντι και τραγούδι με τη διαφορά ότι τη ζωή αυτή την έκαναν μόνο όσοι δεν φύλαγαν πρότα! Αμ ρώτα κι μένα! Με το που έγερνε ο ήλιος αρμέγαμε τα πρότα , έβραζες λίγο γάλα στα γλήγορα κα με το ταλαγάνι στο μανίκι και τη φτσέλα στο ώμο περασμένη στην κλίτσα ακολουθούσες καταπόδι και αυτά να φεύγουν να φεύγουν μέχρι που έπιαναν τα σπανά, έξω από τα δένδρα, νομίζω αλπικά ζώνη τη λένε τώρα, εκεί λάρωναν και βοσκούσαν.
-Τι θα πει λάρωναν Παππού;
-Να μωρέ παιδιά μ', ησύχαζαν και βοσκούσαν και σιμά κατά το πρωί πλάγιαζαν κάνα δύο ώρες. Και τότε κοιμόμουνα κι εγώ.
-Δηλαδή, παππού, όλη την άλλη νύχτα δεν κοιμόσουνα;
-Όχι, πιδί μ', δεν πλάγιαζα, φύλαγα τα πρότα μαζί με τα σκ'λιά μ', δεν μπορούσες να ξεθαρρέψεις, οι λύκοι παραφύλαγαν κρυμμένοι στα κλειστά. Και εδώ που τα λέμε στην ουσία τα σκυλιά φύλαγαν το κοπάδι. Είχες καλά σκυλιά, ήσουν καλός, δεν είχες όλη τη νύχτα ξάγρυπνος θα ήσουν και πάλι θα σου άρπαζαν κανένα.
Το πρωί, πριν βγει ο Ήλιος, τα πρότα ξεκινούσαν για βοσκή και τα έπαιρνα το κατόπι σπρώχνοντάς τα προς το στάλο διότι αλίμονο αν κατά τις οχτώ η ώρα με το παλιό ημερολόγιο, τότε η ώρα δεν άλλαζε χειμώνα καλοκαίρι λες και είναι σουρλουλού, δεν έφθαναν στο στάλο, θα σου έμειναν στη μέση της πλαγιάς κουβαριασμένα με το κεφάλι τους κάτω από την κοιλιά του άλλου, σαν ένα κουβάρι, και άντε μετά να τα πας στο στάλο. Και πάλι από την αρχή. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι όσο τα πρόβατα ήταν στο στάλο και κοιμόντανε, πάνω κάτω έξι ώρες, κοιμόμουνα κι εγώ.
Κωνσταντίνος Γαλλής






