Η ανάπτυξη και επιβίωση της νομαδικής προβατοτροφίας και αιγοτροφίας "τω καιρώ εκείνω" στηρίχτηκε αποκλειστικά στα Τσελιγκάτα, τα οποία ήταν συνεταιρισμοί άτυποι. Επικεφαλής ήταν ο Τσέλιγκας, ο οποίος κατείχε συνήθως το μεγαλύτερο μερίδιο του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο απαρτίζονταν από τα ζωντανά (πρόβατα, γίδια, άλογα και αραιά και που και λίγα γελάδια) και τα λιβάδια. Τα λιβάδια ανήκαν στον Τσέλιγκα και σε μερικούς σμίκτες. Οι σμίκτες ήταν κυρίως συγγενείς και συμμετείχαν στο Τσελιγκάτο με κεφάλαιο, ακίνητο, κινητό και εργασία, ενώ όσοι ήταν μόνο με εργασία και μερικά ζωντανά, ήταν τσοπαναραίοι.
Τσελιγκάτα ανέπτυξαν οι Σαρακατσαναίοι και οι Βλάχοι. Βλάχοι και Σαρακατσαναίοι είχαν παρόμοιο τρόπο ζωής αλλά διέφεραν ως προς τη γλώσσα. Οι πρώτοι μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα (ένα ιδίωμα λατινογενών λέξεων και ελληνικών), οι δε Σαρακατσαναίοι μόνο ελληνικά.
Ψυχή και κινητήριος δύναμη του τσελιγκάτου ήταν ο Τσέλιγκας. Αυτός μεριμνούσε για τα πάντα (εξεύρεση λιβαδιών, αγορά ζωοτροφών, κατανομή εργασιών κλπ). Θα σταθώ στην κατανομή των εργασιών γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ικανότητα του καλού τσοπάνη μετριότανε με τις επιδόσεις του στα γαλάρια πρόβατα. Αν τα γαλάρια (είναι αυτά που αρμέγονταν) έφερναν περισσότερο γάλα, ο τσοπάνης ήταν καλός και έμενε στα γαλάρια, διαφορετικά τον τοποθετούσαν στα στέρφα (αυτά που δεν είχαν γεννήσει και δεν είχαν γάλα) ή βαλμά (κάτι σαν γελαδάρης), στη φύλαξη των αλόγων. Η αμοιβή των τσοπαναραίων υπολογιζότανε σε εξαμηνιαία βάση και τη λέγανε ρόγα, το ύψος της οποίας κυμαινότανε περίπου σε 500-600 οκάδες στάρι, ένα ζευγάρι τσαρούχια και σε καθημερινή βάση μία οκά γάλα (φαγάρι) και, αν δεν είχαν οικογένεια , φαγητό.
Ο τσοπάνης που είχε και ζώα στο τσελιγκάτο έπαιρνε και το ανάλογο μαξούλι του ζωικού του κεφαλαίου.
Η ζωή του τσελιγκάτου μοιραζότανε μεταξύ χειμαδιών και καλοκαιριών. Στα χειμαδιά έμεναν από τέλος Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου μέχρι αρχές Μαΐου και στα καλοκαιριά τούς υπόλοιπους μήνες. Στα χειμαδιά διατηρούσανε κάποιες υποτυπώδεις μόνιμες εγκαταστάσεις, ενώ στα καλοκαιριά όλα γινότανε για διάρκεια ζωής μιας και μόνο περιόδου. Για τα ζωντανά αρκούσε μόνο μια στρούγκα για το άρμεγμα.
Για τη στέγαση των οικογενειών γινότανε καλύβια, ένα μεγάλο διαμέτρου γύρω στα 5-6 μέτρων και ένα μικρό (φριζιάτο το λέγανε) που χρησιμοποιούνταν ως κουζίνα. Ακόμη μεριμνούσανε για την κατασκευή σχολείου και μην πάει το μυαλό σας σε καμιά ιδιαίτερη κατασκευή, ένα καλύβι ήτανε, κάπως μεγαλύτερο, με πάγκους γύρω γύρω για να κάθονται οι μαθητές, με ένα χορταρένιο κρεβάτι σε μια άκρη για να κοιμάται ο Δάσκαλος, και έναν μαυροπίνακα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκα και έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, ένα περιβάλλον σκληρό και δύσκολο, αλλά ανέμελο, χωρίς ιδιαίτερες έγνοιες και φροντίδες, οι ανάγκες λιγοστές, οικονομία κλειστή. Αρκούσε η ύπαρξη του άρτου του επιούσιου, τα άλλα τα έδωναν τα πρόβατα και η Μάνα γη. Θυμάμαι τα γλέντια που έκαναν οι μεγάλοι συχνά πυκνά, έσφαζαν μια προβατίνα, κέφι υπήρχε άφθονο και ο χορός γαϊτάνι. Πού σήμερα κάτι παρόμοιο! Ο καθένας κλεισμένος στον εαυτό του περικυκλωμένος από τα προβλήματα τα καθημερινά και την κάλυψη των συνεχώς αυξανόμενων αναγκών, που, κακά τα ψέματα, αυξάνουν και τελειωμό δεν έχουν. Καλύπτεις μιαν ανάγκη, γεννιέται άλλη. Πού μετά διάθεση για ανεμελιά, χαρά και γλέντια! Όλα μας φαίνονται μαύρα, που δεν είναι, αλλά έτσι είναι διαρθρωμένη η ζωή μας, ζούμε κοντά ο ένας στον άλλο, ωστόσο οι ψυχές βρίσκονται μακριά.
Αυτός ο τρόπος ζωής τέλειωσε τη δεκαετία του 50 με τη διάλυση των τσελιγκάτων. Οι σμίκτες, δηλαδή τα στελέχη των, άρχισαν να αυτονομούνται, τσοπάνηδες να λιγοστεύουν, τα τόπια να στενεύουν, δηλαδή οι βοσκές να λιγοστεύουν λόγω καλλιέργειες της γης, οι κοινοτικές βοσκές να οριοθετούνται με συνέπεια και αυτή η μετακίνηση των κοπαδιών να γίνεται προβληματική. Και ήρθε το τέλος του ομαδικού αυτού τρόπου ζωής. Έμειναν οι αναμνήσεις και η επιθυμία κάποιων να τις επαναφέρουν στην επιφάνεια ως λαογραφία πλέον.
Κωνσταντίνος Γαλλής






