vermion 200Άνοιξη του 1945, αρχές Ιουνίου, περάσαμε τον Αλιάκμονα και κάναμε κονάκι πολύ πριν από τον Πολύμυλο Κοζάνης. Το επόμενο κονάκι ήταν μετά τον Πολύμυλο και μετά Τσεκούρια Βερμίου , δηλαδή ο προορισμός μας. Και για τους μη γνωρίζοντας τι σημαίνει κονάκι, διευκρινίζω ότι ήταν το μέρος στο οποίο σταματούσαμε για να περάσουμε τη βραδιά. Τα μέρη αυτά ήταν προκαθορισμένα τόσο κατά την άνοδο την άνοιξη όσο και κατά το κατέβασμα  το χινόπωρο.

Το 1945 ήταν μια χρονιά δύσκολη από άποψης ασφάλειας. Οι Έλληνες είχαν χωρισθεί σε δύο παρατάξεις και αλληλοσκοτώνονταν. Οι μεν κατηγορούσαν τους δε ως προδότες καπηλευόμενοι τον πατριωτισμό και την Δημοκρατία, οι δε το αντίστροφο και άκρη δεν έβγαζες. Η κατάσταση αυτή είχε δημιουργήσει τέτοια ανασφάλεια που ανάγκασε τον καθένα να μεριμνά για την προσωπική του ασφάλεια μια που κράτος δεν υπήρχε. Είχε προηγηθεί η μάχη των Αθηνών (Δεκεμβριανά), η συνθήκη της Βάρκιζας, που δεν ίσχυσε ποτέ, και όλα ήταν ρευστά, ΧΑΟΣ. Δεν ήξερες από πού να φυλαχτείς. Ξεκινούσες να πας στο παζάρι ή ακόμη και στη δουλειά σου στα πρόβατα και φοβόσουν μη συναντήσεις ένοπλους, διότι δεν ήξερες αν ανήκουν στους μεν ή στους δε για να τους απαντήσεις αναλόγως, δηλαδή πραγματικό χάος με όλη τη σημασία της λέξης. Ο σώζων εαυτόν σωθείτω.

Το τελευταίο κονάκι πριν τα Τσεκούρια ήταν μετά τον Πολύμυλο, στις πλαγιές του υψώματος Καλαμπάκα, όπου μείναμε λίγες βραδιές. Είχε καλή βοσκή, νερό καλό και το χωριό Πολύμυλος ήταν σχετικά κοντά. Αλλά το κυριότερο ο καιρός ήταν βροχερός και κρύος και περιμέναμε να σιάξει για να ανεβούμε ψηλά στις κορφές, στα περίφημα Τσεκούρια Βερμίου, την ξακουστή βρύση του Ιμπιλί, μια βρύση πάνω από 1500 μέτρα υψόμετρο, που αιώνες τώρα ξεδιψούσε Σαρακατσιαναίους  με τα κοπάδια τους και συνεχίζει ακόμη για τους λιγοστούς κτηνοτρόφους που ανεβαίνουν.

Έκανε ένα ψωφόκρυο και αναγκασθήκαμε μπροστά στις τσιατούρες να ανάψουμε φωτιά και ο καιρός  να βρέχει συνέχεια. Είχαμε αναγκασθεί γύρω από τις τσιατούρες να κάνουμε αυλάκια για το νερό. Στο κέντρο της τσιατούρας είχαμε βάλει τα σακιά με τα ρούχα , βλέπετε εκεί φυλάσσονταν τα προικιά των κοριτσιών και τα σέγια του νοικοκυριού. Το βράδυ κοιμόμασταν γύρω από τα σακιά τυλιγμένοι με τις βελέτζες, ο δε πατέρας μου με τον μεγάλο μου αδερφό είχανε πάρει τις κάπες τους. Εμένα μου δώσανε το μαλέτο μου ή ταλαγάνι και μια βελέντζα.

Τέλος, σταμάτησαν οι βροχές, ο Ήλιος  με τις ζωογόνες αχτίδες του μας θέρμανε, θέρμανε τα  κοκαλάκια  και τις ψυχές μας και ένα ηλιόλουστο πρωινό αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς τα Τσεκούρια όλο χαρά και προσμονή, θα φθάναμε επιτέλους στον προορισμό μας, άσχετα αν και εκεί τα προβλήματα δεν θα ήταν λίγα, αλλά τουλάχιστον θα ησυχάζαμε για ένα ολόκληρο καλοκαίρι.

Το ανέβασμα από τον Πολύμυλο στα Τσεκούρια είναι μια απότομη ανηφόρα τουλάχιστον μέχρι το υψίπεδο πάνω από τη Ζωοδόχο πηγή και ένας δρόμος όλο καγκέλια. Βαδίζεις–βαδίζεις, κοιτάς πίσω και διαπιστώνεις ότι πάλι εκεί σχεδόν είσαι. Είναι οι συνέπειες της απότομης ανηφόρας και όταν λέμε απότομη ανηφόρα εννοούμε μια κλίση πλαγιάς πάνω από 45 μοίρες τουλάχιστον. Παλιότερα οι ανηφόρες αυτές ήταν ο φόβος των αυτοκινήτων, εκεί δοκιμάζονταν οι μηχανές φορτηγών και λεωφορείων, στη δε Ζωοδόχο πηγή, όπου το ομώνυμο Εκκλησάκι με μια θαυμάσια πηγή να αναβλύζει από κάτω άφθονο και δροσερό νερό, όλοι σταματούσαν και άνοιγαν τα καπώ των μηχανών να κρυώσουν οι μηχανές. Από εκεί άρχιζαν οι κατηφόρες προς Παναγία Σουμελά και Βέροια. Ήταν ο μόνος δρόμος που συνέδεε την υπόλοιπη Ελλάδα με τη Μακεδονία και Θράκη. Ήταν κόμβος ξακουστός και μοναδικός, πάντοτε εκεί είχε κόσμο, ήταν ένα συνεχόμενο παζάρι. Από το παζάρι προμηθευόμασταν και εμείς τα απαραίτητα και κυρίως καρπούζια, κιρλιγκίτσια (αγγουράκια) και πεπόνια, αλλά και αλάτι για τα πρόβατα και το τυρί. Το αλάτι στα πρόβατα ειδικά το καλοκαίρι ήταν απαραίτητο. Το τρίβαμε καλά ανάμεσα σε πλάκες και το ρίχναμε στις αλαταριές (ριζιμιές συνήθως πέτρες όπου πήγαιναν τα πρόβατα και το άγλειφαν μέχρι να τελειώσει). Όσο μακριά και αν ήταν το κοπάδι και το μαυλούσε ο τσοπάνος για την αλαταριά, έκαναν σαν τρελά, με τίποτα δεν τα σταματούσες.

Συντήρηση ή ανανέωση καλυβιών
Με το που ανεβήκαμε στα Τσεκούρια Βερμίου, η πρώτη μας δουλειά ήταν να στήσουμε τις τέντες μέχρις ότου γίνουν τα καλύβια. Ευτυχώς τα καλύβια μας τα βρήκαμε σε σχετικά καλή κατάσταση. Δηλαδή ο σκελετός κρατούσε, αλλά το σάλωμα της σκεπής σχεδόν είχε καταστραφεί και ήθελε ανανέωση. Κάτι ήταν και αυτό.
Ο σκελετός του καλυβιού κρατούσε άνετα δύο χρόνια και με μια προσθήκη έφθανε και τα τρία, το σάλωμα , ωστόσο, ήθελε αντικατάσταση κάθε χρόνο.

Η πρώτη δουλειά την επόμενη μέρα ήταν η εξεύρεση σαλώματος από βρίζα ή αν κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, κλάρες από οξιά ή έλατο και λούρων για τα ζωνάρια. Οι άνδρες έπρεπε να πάρουν τα ζώα και δένοντάς τα το ένα πίσω από το άλλο από τα κοτσάκια των σαμαριών, να μεριμνήσουν για την εξεύρεση καλαμιάς από βρίζα. Τα πλησιέστερα χωριά από τα τσεκούρια (Σακλάρι, Ξερολίβαδο, Πολύμυλος) καλλιεργούσαν βρίζα (σίκαλη) και πάντοτε είχαν απόθεμα για πούλημα. Η βρίζα είναι φυτό πολύ ψηλότερο από το σιτάρι και ο κλώνος της είναι πολύ ανθεκτικός, σκληρός σαν σιδερόχορτο. Την θερίζανε σύριζα με το χώμα, την έδεναν σε μεγάλα δεμάτια, στουμπούσανε  τα στάχυα με τον κόπανο για να αφαιρέσουν τον καρπό, ο οποίος έβγαινε εύκολα και αποτελούσε πρόβλημα κατά την μεταφορά για να μην τινάξει (πέσει ο καρπός) και το υπόλοιπο το πουλούσαν για τις στέγες αποθηκών και καλυβιών. Με τον τρόπο αυτό ο παραγωγός είχε και ένα πρόσθετο εισόδημα. Συνήθως με εμάς τους Σαρακατσαναίους την αντάλλαζαν με τυρί. Ένα δοχείο τυρί, δυο φορτία βρίζα, αν δεν με γελάει η μνήμη μου.

Ίσαμε το βράδυ αράξανε στα Τσεκούρια οι άνδρες με τα άλογα φορτωμένα με τη βρίζα σε βαθμό που δεν έβλεπες το άλογο, έφεραν και οι γυναίκες τα λούρα από το κοντινό δάσος οξιάς και όλα ήταν έτοιμά να αρχίσουν το μπάλωμα των παλιών κονακιών ή το στήσιμο νέων προκειμένου για τα νέα ζευγάρια. Κάθε κονάκι δίπλα του είχε και ένα μικρότερο που χρησίμευε για κουζίνα τρόπον τινά, αν και το ψήσιμο γινότανε έξω στη βάτρα, όπου ανάβαμε φωτιά και είχαμε και το γάστρο ή γάστρα κατά τα σημερινά, αν και αυτό που αποκαλούν γάστρα σήμερα είναι κάκιστη απομίμηση του παλιού γάστρου με το στεφάνι για να συγκρατεί τη στάχτη με τα κάρβουνα για το καλό και αξεπέραστο ψήσιμο.

Την άλλη μέρα άρχισε η επισκευή της σκεπής  και μέχρι το βράδυ τα περισσότερα είχαν τελειώσει, απόμεινε το παλάμισμα του δαπέδου και πλαγινών μέχρι ύψους  ενός μέτρου και τα καλύβια ήταν έτοιμα να μας δεχθούν. Ωστόσο έπρεπε να γίνει και η καλυβούλα ή φριζάτο κατ΄άλλους. Το καλυβάκι αυτό χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη στέγαση του αργαλειού και το ζύμωμα του ψωμιού, αντικαθιστούσε πάνω κάτω τη σημερινή κουζίνα, αν, όπως ανέφερα παραπάνω, το ψήσιμο γινότανε έξω στη βάτρα .

Και τώρα δυο λόγια για τον αργαλειό και τα προικιά που φκιανότανε σε αυτό το καλυβάκι. Για να φτάσει το διασίδι μέχρι τον αργαλειό, προηγούνταν το πλύσιμο των μαλλιών, το γνέσιμο αυτών στο χέρι για τα λεπτοδουλεμένα ρούχα ή το γνέσιμο στο τσικρίκι για τα χοντροδουλεμένα (τσιόλια, κάπες, μαλέτα, τέντες, σαμαροσκούτια κλπ) και το στήσιμο του διασιδιού. Το στήσιμο του διασιδιού  γινότανε από τις παλιότερες και έμπειρες υφάντρες και ομολογώ αδυναμία να περιγράψω την όλη διαδικασία. Εκείνο που μπορώ να αναφέρω το διασίδι περνούσε στον αργαλειό μέσα από μυτάρια και χτένια, αφού πρώτα είχε τυλιχτεί στο αντί, ώστε να ξετυλίγεται σιγά – σιγά ανάλογα με την πρόοδο της ύφανσης. Η ύφανση διακρίνονταν σε απλή με δύο μιτάρια και δίμιτη με τέσσερα μιτάρια. Με απλή ύφανση γινότανε τα ρούχα καθημερινής χρήσης, τα οποία  στέλνονταν και στο μαντάνι για να πήξη ή ύφανση, τα τσιόλια, οι κάπες κλπ. Σε δίμιτη ύφανση γινότανε οι φορεσιές οι καλές των μεγάλων (ανδρών και γυναικών), τα επίσημα χαλιά, μαξιλαροθήκες και πολλά άλλα απαραίτητα στην προίκα των κοριτσιών αλλά και των αγοριών.

Προίκα κοριτσιών:
Κάθε κορίτσι σαρακατσάνικο από την ώρα που καταλάβαινε τον εαυτό της και τη θέση του στον περίγυρό του, η πρώτη φροντίδα του ήταν να φκιάσει την προίκα της. Άρχιζε από το κέντημα και το πλέξιμο, σχετικά εύκολες δουλειές, προχωρούσε στο γνέσιμο και κατέληγε στον αργαλειό. Ο αργαλειός ήταν μια δύσκολη και επίπονη εργασία, απαιτούσε υπομονή και επιμονή. Καθότανε με το φως της ημέρας και σηκώνονταν με το που έπεφτε το σκοτάδι με ένα διάλειμμα το μεσημέρι για φαγητό, σκέτο μαράζι. «Η ρόκα και το κέντημα είναι γλέντημα και ο αργαλειός μαράζι»

Και τι δεν περιλάμβανε η προίκα του κοριτσιού: Φλοκάτες επτά οκτώ, βελέτζες πέντε έξι, χαλιά χειροποίητα, κιλίμια, πλαγκέτες, δίμιτο ύφασμα και αγένωτο ψιλοδουλεμένο για τις φορεσιές τους. Το ύφασμα αυτό απαιτούσε ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και δεν το συναντούμε, από όσο γνωρίζω τουλάχιστον, σε καμιά άλλη ελληνική ράτσα. Ήταν τόσο φροντισμένο που δεν το ξεχώριζες από τα  αντίστοιχα του εμπορίου και ήταν σε χρώμα λουλακί. Με το ύφασμα αυτό φτιαχνότανε οι επίσημες φορεσιές ανδρών και γυναικών. Ακόμη η προίκα περιλάμβανε σειρά πλεκτών ρούχων από φανέλες μάλλινες, κάλτσες μάλλινες μέχρι πιο πάνω από το γόνατο, ποδιές, χρειώδη για τα μωρουδιακά που θα ερχότανε κλπ. Απαραιτήτως θα είχε και σειρά κεντητών για τον καλλωπισμό του σπιτιού, μια που από τη γενιά μου και μετά τα καλύβια πάνω κάτω εγκαταλείφτηκαν και το όνειρο ήταν το σπίτι, όπου όλα αυτά τα κεντητά βρήκαν τη θέση τους . Αντίθετα σήμερα, δυστυχώς, όλα αυτά τα κεντητά ξεχάστηκαν ή παραπετάχτηκαν. Άλλες εποχές άλλα ήθη. Καλύτερα ή όχι επαφίεται στην κρίση της καθεμιάς και του καθενός. Προσωπικά κλείνω υπέρ του στολισμένου σπιτιού, τα τέσσερα γυμνά ντουβάρια και το δάπεδο χωρίς χαλί αποθετικά είναι. Αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.

Προίκα αγοριών:
Μα φτιάχνουν τα αγόρια προίκα; Σίγουρα όχι. Αλλά φτιάχνει η μάνα για το παιδί της. Σίγουρα του έφκιανε κάνα δυο φλοκάτες, μερικές φανέλες, κάλτσες, διάφορα πλεκτά κλπ. Και δεν είναι υπερβολή αν σας πω ότι έχω ακόμη τις βελέτζες της Μάνας μου.      

Το καλοκαίρι του 1945 ήταν το τελευταίο που ανεβήκαμε στα Τσεκούρια Βερμίου και να γιατί.

Κατά το μέσο του καλοκαιριού άρχισε η οργάνωση του δεύτερου αντάρτικου. Βλέπαμε να περνούν ατέλειωτες φάλαγγες ανταρτών σε μονή σειρά και να χάνονται στην κορυφή που δεσπόζει πάνω από τη βρύση του ιμπιλί.

Η κατάσταση αυτή μας ανησύχησε πάρα πολύ, αλλά, πρέπει να το  ομολογήσω, εμάς δεν μας πείραξαν, εκτός από το δάσκαλό μας από τον Πολύμυλο. Τον αείμνηστο ΤΑΡΝΑΝΙΔΗ ΘΕΟΔΩΡΟ τον οποίον τον πήραν μαζί τους και έπειτα από κάποιες ώρες ειδοποίησαν τον τσέλιγκα να πάνε να τον πάρουν και πήγαν και τον πήρανε σε μια βελέτζα. Έσφαξαν μια προβατίνα, τον έβαλαν στο τομάρι, διότι πίστευαν ότι τραβούσε το «ξύλο», αλλά πέθανε σύντομα. Αιωνία η μνήμη του. Το γεγονός αυτό σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή μου, θεωρήθηκε δε ως προειδοποίηση προς όλους τους Σαρακατσαναίους που ξεκαλοκαίριαζαν στο Βέρμιο

Το καλοκαίρι εκείνο, είναι αλήθεια, το περάσαμε με το φόβο να κυριεύει τις ψυχές μικρών και μεγάλων. Βλέπετε  ο φόβος είναι μεταδοτικός και κυριεύει όλες τις ψυχές, δεν κάνει εξαιρέσεις. Το καλοκαίρι εκείνο έφυγε η ξενοιασιά, τα γλέντια σταμάτησαν, κλειστήκαμε στο καβούκι μας και το μόνο που μας απασχολούσε ήταν πότε θα έρθει το χινόπωρο να φύγουμε.

Και πράγματι το χινόπωρο εκείνο φύγαμε για τα χειμαδιά αρκετά νωρίτερα. Ήταν ένα δύσκολο καλοκαίρι.

Κωνσταντίνος Γαλλής

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.