Μπήκαμε στο τριώδιο, έρχονται και οι αποκριές. Και το τριώδιο ήλθε την προπερασμένη Κυριακή,18-2-24. Την περίοδο αυτή τη γιόρταζαν όλοι οι Έλληνες όπου γης, ήταν ο προάγγελος του Πάσχα, η μεγάλη αυτή γιορτή της Χριστιανοσύνης Τις χαίρονταν αυτές τις μέρες, ξεφάντωναν, μασκαρεύονταν, πάνδημη η συμμετοχή.
Και βέβαια δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση οι Σαρακατσαναίοι. Συμμετείχαν παντοιοτρόπως ακόμα και στα μαντριά. Προσφιλής τους εκδήλωση το «στάχτωμα». Σε έναν αγανό τρουβά έβαζαν δύο τρεις χούφτες στάχτη, τον έκρυβαν κάτω από το μαλλέτο που συνήθως αυτή την εποχή αντικαθιστούσε την κάπα και όποιον αντάμωναν του εύχονταν πρώτα χρόνια πολλά και μετά με μια γρήγορη κίνηση τον στάχτωναν. Και να τα γέλια και να τα πειράγματα. Και του χρόνου!
Τη μέρα αυτή η πρώτη φροντίδα ήταν να συμφιλιωθούν οι άνθρωποι με συγγενείς, φίλους, γείτονες και συνανθρώπους . Σ'χώρναμε , να σ'χωρηθούμε, ό,τι είπαμε ας το ξεχάσουμε, να δώσουμε τα χέρια, όλο ευχές συναδέλφωσης άκουγες, η αγάπη κυριαρχούσε αυτές τις μέρες, είχε την τιμητική της. Οι άνθρωποι αντάλλασσαν επισκέψεις με μοναδικό σκοπό να αφήσουν πίσω τους ό,τι τους χώριζε και αγνοί να εισέλθουν στη μεγάλη Σαρακοστή, ώστε τηρώντας την κατά το δυνατόν πληρέστερα να μπορέσουν να χαρούν το Πάσχα και να ευφρανθεί η ψυχούλα τους τη μεταλαβιά του Παπά. Και μεταλάβαινε σχεδόν το σύνολο των χωριανών μου, εκεί στον Πέτρινο Καρδίτσας.
Το βραδινό τραπέζι στρώνονταν μετά τη συγχώρηση που ζητούσαν οι οικογένειες μεταξύ τους. Ήταν κανόνας η οικογένεια να επισκεφθεί τους πλησιέστερους συγγενείς, να συγχωρεθούν, στη συνέχεια δε να ανταποδώσουν και μετά να στρωθεί το αποκριάτικο τραπέζι.
Το αποκριάτικο τραπέζι, σε αντίθεση με τα ισχύοντα από το τυπικό της Εκκλησίας μας, περιλάμβανε απαραιτήτως κρέας και πίτα. Φυσικά δεν έλειπαν και το τσίπουρο με το κρασί. Τέτοιες μέρες το πιοτό κατείχε κυρίαρχη θέση και εδώ που τα λέμε γιορτή χωρίς το ευλογημένο αυτό προϊόν δεν γίνεται, γιατί η γιορτή θέλει ευθυμία, που την δίνει το πιοτό, αρκεί να υπάρχει μέτρο. Όλα τα του Θεού χρειάζονται αρκεί να ακολουθείται το μέτρο. Και το κρασί ο Χριστός το ευλόγησε.
Φυσικά όλα τα αρτύσιμα έπρεπε να καταναλωθούν μέχρι το βράδυ της Κυριακής, ξημέρωνε καθαρά Δευτέρα και άρχιζε η νηστεία. Τώρα, αν υπήρχαν περισσεύματα, που υπήρχαν, αυτά κατέληγαν στο κουμάσι με το γ'ρούνι, στις κότες και βέβαια και στο σκυλί της οικογένειας. Τότε όλα τα σπίτια είχαν το σκυλί τους, γιατί σχεδόν όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, έκτρεφαν έναν αριθμό προβάτων για τις ανάγκες της οικογένειας σε γάλα, τυρί κλπ. Αλλά τα ζωντανά αυτά κινδύνευαν από τους λύκους, οι οποίοι αφθονούσαν στην περιοχή, και ως εκ τούτου κάθε οικογένεια που είχε έστω και 20 πρόβατα είχε και το σκυλί της. Οι λύκοι , χώρια που και την ημέρα ¨επισκέπτονταν¨ τα κοπάδια, την νύκτα δεν δίσταζαν να μπαίνουν και σε κλειστούς χώρους δίπλα στα σπίτια, κάτι που ανάγκαζε τους κατοίκους να έχουν και το σκυλί τους, τον άγρυπνο αυτόν φύλακα του κοπαδιού.
Εκείνο που συνεχίζονταν και την καθαρή Δευτέρα ήταν το μπουγέλωμα με στάχτη. Όσοι είχαν μασκαρευτεί συνέχιζαν και την Δευτέρα να περιέρχονται τους δρόμους του χωριού και με έναν τρουβά στάχτη που έκρυβαν επιμελώς, αντί καλημέρα και καλή σαρακοστή, σε μπουγέλωναν και σε έκαναν σταχτί.
Και η γιορτή της αποκριάς έκλεινε με το σαρακοστιανό τραπέζι, στη διάρκεια του οποίου λάβαινε χώρα και το έθιμο «χάσκα», ένα μοναδικό έθιμο στον Θεσσαλικό κάμπο και όχι μόνο. Κατά το έθιμο αυτό, δένανε σε μια κλωστή ένα κομμάτι χαλβά και ο μεγαλύτερος το περιέφερνε μπροστά από τα στόματα των ομοτράπεζων οι οποίοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν αποκλειστικά και μόνο με το στόμα. Δεν γνωρίζω σχεδόν τίποτα για την προέλευση του εθίμου και θα παρακαλέσω όποιος γνωρίζει κάτι περισσότερο, να το καταθέσει.
Κωνσταντίνος Γαλλής






