nyxteri 200O Θεός τη μέρα την έδωσε για δουλειά και τη νύχτα για ξεκούραση και ύπνο, ωστόσο πολλοί άνθρωποι εργάζονται τη νύχτα και ξεκουράζονται τη μέρα. Και μέχρι εδώ κανένα πρόβλημα, αλλά τον παλιό καιρό μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα οι γυναίκες της υπαίθρου χώρας εργάζονταν νύχτα μέρα. Ήταν τόσες πολλές οι δουλειές του σπιτιού που οι γυναίκες δεν τις προλάβαιναν και αναγκάζονταν να δουλεύουν και αρκετές ώρες τη νύχτα. Από τον κανόνα αυτό δεν ήταν δυνατό να αποτελέσει εξαίρεση η Σαρακατσάνα μια που ζούσε στο καλύβι και όλες οι δουλειές γίνονταν στενάχωρα.

Άλλο να ζεις σε μόνιμη κατασκευή με τις ευκολίες σου, τη σειρά σου, την αποθήκη με τα τρόφιμά σου, την κουζίνα σου, τους βοηθητικούς χώρους κλπ και άλλο σε ένα καλύβι με μόνο βοηθητικό χώρο ένα μικρότερο καλύβι ( Φριτζιάτο το λέγανε ) όπου ήσουν υποχρεωμένη ως νοικοκυρά να τακτοποιήσεις όλα τα υπάρχοντά σου και το καλύβι σου να είναι στρωμένο και περιποιημένο, ώστε σε ανάγκη να μπορεί να δεχτεί τον έκτακτο μουσαφίρη! Αλίμονο αν ερχότανε μουσαφίρης και το καλύβι ήταν «αλαμανιά», η νοικοκυρά κινδύνευε να της «βγει το όνομα». "Ανεπρόκοπη σ΄λέω, σβαρνιάρα, τίποτα στη θέση του..." Και άντε τότε να σταθεί με αξιώσεις στη μικρή και αυστηρή κοινωνία του τσελιγκάτου, θα την έπαιρνε και θα τη σήκωνε, που λένε. Αν δε η νοικοκυρά τύχαινε να είναι ανύπαντρη κοπέλα, τότε κανείς προξενητής δεν θα έλεγε καλή κουβέντα, μη ρωτάς καλύτερα, η στερεότυπη απάντηση!

Η Σαρακατσάνα γυναίκα, μάνα ή κόρη, εργάζονταν σκληρά, πολύ σκληρά. Κοντά στον άνδρα της, κοντά στον αδελφό της, ή και μόνη της αν είχε την ατυχία να έχουν φύγει για πάντα τα άρρενα μέλη της οικογένειας. Παράλληλα η ανύπαντρη έπρεπε να φκιάσει και την προίκα της. Σαρακατσάνα κόρη χωρίς προικιά ήταν κάτι το ασυμβίβαστο. Θα παντρεύονταν και δεν θα είχε τα προικιά της να στρώσει το καλύβι της, να σκεπαστεί η ίδια και ο άνδρας της, να φασκιώσει και να κωλοπανιάσει τα παιδιά που θα έλθουν, να στολίσει το καλύβι της, να στρώσει τα χειροποίητα χαλιά της, τις φλοκάτες της, τα αγένωτά της , τα πανωσάμαρα για τα ταξίδια, τα πλεκτά τσουράπια , ανδρικά–γυναικεία, για τις κρύες νύχτες του χειμώνα, τα υφαντά για ράψιμο ρούχων, κάπας, ταλαγανιού ή μαλέτου, (είδος κάπας αλλά από λεπτότερο ύφασμα για να φοριέται κατά τις συνεχείς μετακινήσεις στη φύλαξη των προβάτων) και άλλα πολλά μικροπράγματα που στόλιζαν το καλύβι και ομόρφαιναν τη ζωή. Χωρίς ομορφιά και χάρη η ζωή είναι βαρετή, ανούσια, βασανιστική θα 'λεγα, κάτι που συνοδεύει τον άνθρωπο από της δημιουργίας του. Και σήμερα ακόμη μεγάλο μέρος του πλούτου μας καταναλίσκεται στην ομορφιά και χάρη. Τεράστιες βιομηχανίες παγκόσμιας εμβέλειας παράγουν προϊόντα που ικανοποιούν τον καλλωπισμό , Αυτή εξ άλλου είναι μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ ανθρώπου και λοιπών ζωντανών του Πλάστη μας.

Όλες αυτές οι δουλειές περνούσαν από τα χέρια της, πρώτη σηκώνονταν το πρωί τελευταία κοιμότανε το βράδυ. Το πρωί έπρεπε να σηκωθεί πριν από όλους, να πάρει ξύλα από την τρακάδα που είχε μπροστά στο καλύβι της, να ανάψει φωτιά και να βάλει επάνω το κακάβι με τον τραχανά να βράσει, ώστε όταν σηκωθεί όλη η οικογένεια το πρωινό να είναι έτοιμο για σερβίρισμα. Τι σερβίρισμα δηλαδή, έριχναν όλον τον τραχανά σε ένα βαθύ ταψί, έτριβαν αρκετό ψωμί ώστε να πήξει ο τραχανάς και να γίνει ένα σώμα με το ψωμί, έπαιρνε ο καθένας από ένα χλιάρι, καθότανε γύρω-γύρω από το ταψί, κάποιος μουρμούριζε το Πάτερ ημών και ο αγώνας άρχιζε. Ε, τώρα, αν ο ποιο σβέλτος έτρωγε λίγο παραπάνω, δεν χάλασε κι ο κόσμος, τραχανάς ήταν αυτός. Γιατί στην πίτα η μοιρασιά γίνονταν ακριβοδίκαια. Έκοβε, συνήθως ο πατέρας, τα ισομεγέθη κομμάτια όπως τα είχε χαράξει η νοικοκυρά πριν το ψήσιμο, φροντίζοντας πάντοτε να βγάζει ένα κομμάτι παραπάνω για τον προστάτη του καλυβιού, το Χριστό, και καθένας έπαιρνε το μερίδιό του. Αλλά όσο και αν προσπαθούσε η νοικοκυρά τα κομμάτια να είναι ίσα, κάποιο ή κάποια ήταν μεγαλύτερα και εκείνα κατέληγαν στους γρηγορότερους. Τώρα αν με ρωτήσετε το κομμάτι του Χριστού πού κατέληγε, δεν γνωρίζω, η νοικοκυρά το τύλιγε σε ένα μισάλι (μεγάλη πετσέτα υφασμένη στον αργαλειό) και το έβαζε στην άκρη. Εξαιρώ τις γυναίκες γιατί στο θέμα αυτό ήταν διακριτικές. Θυμάμαι οι αδελφές μου πάντοτε ακολουθούσαν, ποτέ δεν προηγούνταν. Η ευγένεια και η διακριτικότητα περνάει πρώτα από τη γυναίκα. Χαρακτηριστική η φράση των Σαρακατσιάνισσων: Κατ΄ς άνδρες, δηλαδή πρώτα οι άνδρες και μετά οι γυναίκες. Αν και ο μακαρίτης ο πατέρας μου, αλλά και κάθε πατέρας, ήταν άτεγκτος. Ο σωστός γονιός δεν κάνει διακρίσεις στα παιδιά του.

Και να έρθουμε στο νυχτέρι. Και γιατί νυχτέρι, θα πει κανείς, τι θα πει νυχτέρι; Επειδή δεν έφτανε ο χρόνος της ημέρας να γίνουν όλες οι παραπάνω δουλειές, έπρεπε ορισμένες να γίνουν τη νύχτα και ειδικότερα τις μακριές νύχτες του χειμώνα. Οι δουλειές αυτές συνήθως ήταν το πλέξιμο και λιγότερο το κέντημα. Όλα έπρεπε να γίνουν, κάθε πράγμα κάλυπτε μια σημαντική ανάγκη. Σκέψου να έρθει ο χειμώνας και να μην έχεις δεύτερη και τρίτη και , και .. αλλαξιά να αλλάξεις! Πούντιασες!
H δουλειά τη νύχτα ήταν επίπονη και εξουθενωτική, είχες να παλέψεις τη σωματική κούραση από τη μια και τις αντίξοες συνθήκες εργασίας από την άλλη. Ο φωτισμός χαμηλός ,αν και η νοικοκυρά που φιλοξενούσε τις «νυχτερίδες» μεριμνούσε από νωρίς να καθαρίσει το λαμπογιάλι της λάμπας, ώστε το φως να είναι λαμπερό και έντονο , να ανάψει τη φωτιά γύρω από την οποία θα έπαιρναν θέση οι εργαζόμενες, να έχει απόθεμα καυσόξυλων δίπλα από τη φωτιά για συνεχή τροφοδοσία και τέλος κατάλληλη διαμόρφωση του χώρου συγκέντρωσης και δουλειάς και βέβαια το τσουκάλι με το νερό δίπλα από τη βαρέλα. Ποτήρια και άλλα σκεύη για να ξεδιψάσει κανείς δεν υπήρχαν. Το τσουκάλι ήταν μπρούτζινο, κωνικό με στένωση πριν από το χείλος και καλά γανωμένο.
Το γάνωμα των χαλκωμάτων ήταν απαραίτητο για την αποφυγή δηλητηριάσεων. Χαλκώματα λέγανε όλα τα μαγειρικά σκεύη , κατσαρόλες, κακάβια (είδος κατσαρόλας με χερούλι για να πιάνεται αλλά και να κρεμιέται στη φωτιά κατά το μαγείρεμα.), ταψιά βαθιά για ψήσιμο κρέατος με γέμιση, ταψιά ρηχά (σινιά) για πίτες κλπ. Το γάνωμα των των σκευών αυτών ήταν δουλειά που έπρεπε να γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και πάντως πριν καταστραφεί η λεπτή στρώση του κασσίτερου, διότι τότε ο κίνδυνος δηλητηριάσεως ήταν μεγάλος. Τζομπάνος στον Κοκκινοπλό Ολύμπου έφκιασε τραχανά το πρωί πριν σκαρίσουν τα πρόβατα, έφαγε τον μισό και τον άλλον τον άφησε για το βράδυ κρεμώντας το κακάβι στον πεύκο. Γύρισε το βράδυ, ζέστανε τον τραχανά, δείπνησε και κοιμήθηκε. Δυστυχώς δεν ξύπνησε το πρωί. Κατάλαβαν το ατύχημα από το γεγονός ότι το κοπάδι του περιφερόταν διασκορπισμένο δώθε κείθε.
Σκεφθείτε το τσουκάλι, ή καλλίτερα το τσ΄κάλι στη σαρακατσάνικη λαλιά, να μην ήταν καλά γανωμένο, τι τραγωδία θα επακολουθούσε!
Την ιδιότητα αυτή των χάλκινων σκευών την γνώριζαν καλά όλοι οι Έλληνες και ελάμβαναν εγκαίρως τα μέτρα τους, το δε επάγγελμα του γανωτή ή καλαϊτζή ανθούσε την εποχή εκείνη. Συχνά πυκνά κάποιος πλανόδιος θα περνούσε από τη γειτονιά: καλαϊτζήηηηης ή γανωτήηηης, και η κάθε νοικοκυρά τον καλούσε και γάνωνε όλα τα χαλκώματα.
Θυμάμαι τις γειτόνισσές μου, τρεις στη σειρά, να διοργανώνουν τέτοια νυχτέρια με άλλες κοπέλες και να εργάζονται πυρετωδώς μέχρι τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες και πάντοτε να μιλούν χαμηλόφωνα και να ανταλλάσσουν απόψεις. Π.Χ. δύο ίσες μία ανάποδη κλπ στο πλέξιμο ή σταυροβελονιά πάνω, ανάποδη κάτω στο κέντημα κ.ο.κ.
Το πρωί βέβαια η Μάνα τους τις άφηνε να κοιμηθούν καμιά ώρα παραπάνω. Γνώριζε από πρώτο χέρι, τα είχε περάσει, πόσο επίπονη είναι η νυκτερινή εργασία και μάλιστα σε συνθήκες καλυβιού..
Οι συνθήκες ζωής στην ύπαιθρο χώρα σήμερα δεν έχουν καμία ομοιότητα με εκείνη μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα. Τα σπίτια στα καμποχώρια, αφήνω τη ζωή στα καλύβια που ήταν ακόμη δυσκολότερη, ήταν πλινθόκτιστα, χαμηλοτάβανα, δάπεδα χωματένια, χώροι υγιεινής ανύπαρκτοι όσο και αν ξενίζει η λέξη, νερό πάντοτε σε έλλειψη διότι το κουβαλούσαν από την κοινή βρύση ή από το πηγάδι, αργότερα τα πηγάδια έγιναν τουλούμπες, καύσιμη ύλη οι κοπριές των ζώων ζυμωμένες με άχυρο και κολλημένες στους τοίχους . Για να πάρετε μια εικόνα αρκεί να αναφέρω την κατάσταση που επικρατούσε τους χειμερινούς μήνες που καίγονταν οι βουνιές. Ένα πυκνό-σταχτί νέφος κάλυπτε ολόκληρο το χωριό και η μυρωδιά έντονη και βέβαια όχι ευχάριστη, ΄Αλλάξανε ριζικά οι συνθήκες ζωής το δεύτερο μισό του τελευταίου αιώνα προς το καλύτερο παρά τους πολέμους και τις καταστροφές
Φαίνεται ότι οι πόλεμοι φέρνουν και βελτίωση των συνθηκών ζωής παρά την αντίφαση που εκ πρώτης όψεως προκαλείται. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο μετά το 1950 οπότε έληξε και η φαγωμάρα μεταξύ μας. Βλέπετε στην Πατρίδα μας ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας (ΔΣΕ) συνέχισε τον αγώνα του για κατάληψη της εξουσίας μετά την φυγή των Γερμανών για άλλη μια πενταετία και έτσι φθάσαμε μέχρι το φθινόπωρο του 1949. Σε αυτή την πενταετία οι Σαρακατσαναίοι υπέστησαν μεγάλες καταστροφές στο ζωικό τους κεφάλαιο. Μαθημένοι μια ζωή να ξεκαλοκαιριάζουν τα πρόβατά τους στα βουνά βρέθηκαν σε δεινή κατάσταση και αναγκάσθηκαν να περιφέρουν τα κοπάδια τους από τόπο σε τόπο που είχε μια υποτυπώδη βλάστηση και αυτή κατάξερη, ή το συνηθέστερο, από καλαμιά σε καλαμιά μόνο και μόνο να επιβιώσουν με όσον το δυνατό λιγότερες απώλειες. Χώρια που οι οικογένειές αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, να μένουν σε χώρους που κάθε άλλο σπίτι για ανθρώπους θύμιζε και τέλος κατά το 48΄και ΄49 οι οικογένειες να καταφύγουν στα αστικά κέντρα που φυλάσσονταν καλύτερα και παρείχαν κάποια ασφάλεια. Εμείς τα χρόνια αυτά καταφύγαμε στην Καρδίτσα και σε ένα σπίτι με τρεις χώρους μέναμε τρεις πολυμελείς οικογένειες ή άτομα περί τα 21. Εκείνοι δε που έμειναν στα κοπάδια ήταν αναγκασμένοι κάθε βράδυ να αλλάζουν γιατάκι από το φόβο των ανταρτών. Δηλαδή τι γιατάκι, ένα βράδυ σε αυτό το καραούλι που διέθετε πετρώδη εδάφη για απόκρυψη, άλλο βράδυ παραπέρα, με μόνο σκέπασμα την κάπα ανεξάρτητα αν έβρεχε ή χιόνιζε. Μεγάλη υπόθεση η κάπα για εκείνον που αναγκάζεται να διανυκτερεύσει στο ξενοδοχείο του Ουρανού, δηλαδή κάτω από τον Ουρανό.

Κωνσταντίνος Γαλλής (2016)

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.