Εκεί στη Χάρη της γιορτάσαμε το «Πάσχα του καλοκαιριού» το καλοκαίρι του 1945. Ήταν μια χρονιά δύσκολη για τους Σαρακατσαναίους που ξεκαλοκαίριαζαν στα Τσεκούρια, όπως και για όλο το συνάφι μας.
Και οι δυσκολίες πρόκυπταν από το φόβο που φώλιασε στις ψυχές μικρών και μεγάλων, φόβος που ξεκινούσε από το δεύτερο αντάρτικο που εκείνη τη χρονιά άρχισε να οργανώνεται και επιτάθηκε από την απώλεια του δασκάλου μας.
Παρά ταύτα το "Πάσχα" το γιορτάσαμε. Και μεταλάβαμε όλοι στη Χάρη της και σφαχτά ψήσαμε. Θυμάμαι τον Τσέλιγκα -τον μπάρμπα μου τον Γιώργο έναν ανοιχτόκαρδο άνθρωπο-, να προσπαθεί να μας δώσει κουράγιο:
-Ελάτε μην έχετε τα κεφάλια σας κατεβασμένα, το δάσκαλο τον κλάψαμε όλοι μας και δεν θα τον ξεχάσουμε, αλλά μήπως ξέρουμε και τη δική μας τύχη εκεί που οδηγούνται τα πράγματα΄ σήμερα υπάρχουμε, αύριο ποιος ξέρει;
Την Παναγία την περίμεναν πως και πως. Όλοι νηστεύαμε και όλοι μεταλαβαίναμε.
Ακούστε και ένα όμορφο τραγούδι της παρέας τραγουδισμένο το 1964 από παλιούς σαρακατσάνους:
Οσα αστεράκια έχει ο ουρανός και άλλα
Κι άλλο ένα:
Καλώς ανταμωθήκαμε
Το Πάσχα του καλοκαιριού, το Πάσχα της Παναγίας άρχιζε με την νηστεία του δεκαπενθημέρου και ολοκληρώνονταν ανήμερα Της Γιορτής Της. με σφαχτά ψητά, σφαχτά στα ταψιά, τσίπουρο και κρασί, χώρια οι γαλατόπιτες και οι τυρόπιτες. Τη νηστεία του δεκαπενθημέρου, την «κοντότερη» νηστεία των Χριστιανών την επιζητούσαν, είχαν μάλιστα και μια θεωρία: με τη νηστεία, καθαρίζουν τα μέσα του ανθρώπου. Για το λόγο αυτό συμμετείχαν ακόμη και οι τσοπαναραίοι: έλα μωρέ δεν θα πάθεις και τίποτα ακόμη κι αν μείνεις νηστικός, αλλά ανήμερα της Γιορτής. Της το ‘διναν και καταλάβαινε .
Ωστόσο το βάρος της καλής οργάνωσης της ημέρας της Μεγαλόχαρης έπεφτε στις πλάτες των γυναικών. Από τα χέρια τους περνούσαν όλες οι δουλειές, ακόμη και το φέρσιμο των ξύλων για το γάστρο και τα ψητά, πέραν του ότι ο περιβάλλον χώρος του καλυβιού έπρεπε να αστράφτει, οι δε φορεσιές που θα φορούσε η οικογένεια να είναι αψεγάδιαστες.
Η Εκκλησία που θα εκκλησιαζόμασταν ήταν το Μοναστήρι της Ζωοδόχου πηγής πάνω στο δημόσιο δρόμο Κοζάνης – Βέροιας. Στην ουσία δεν ήταν ούτε Μοναστήρι ούτε Εκκλησία, ένα μικρό Εκκλησάκι ήταν με μία μεγάλη πηγή στα σπλάχνα του όπου σταματούσαν τα αυτοκίνητα από τη νότια Ελλάδα να κρυώσουν οι μηχανές του, αλλά και οι διαβάτες να φάνε ένα πιάτο φαγητό και οι Σαρακατσαναίοι τον δεκαπενταύγουστο να λειτουργηθούν και να μεταλάβουν. Και επειδή την ημέρα εκείνη γιόρταζε και η χάρη Της συνέρρεαν και κάτοικοι από τα γύρω χωριά ν' ανάψουν το κεράκι τους και να λειτουργηθούν, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη δεν είχε γίνει ακόμη γνωστή η Παναγία Σουμελά και η Χάρη Της. Άσε που το άφθονο νερό που ρέει από τα σπλάχνα του Μοναστηριού αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο που βρέθηκε εκεί στην άνυδρη περιοχή και ο Μεγαλοδύναμος έδωσε το άφθονο νερό που αναβλύζει στη μέση της πλαγιάς
για να ξεδιψάνε οι διαβάτες που κατέβαιναν στον κάμπο της Μακεδονίας.
Εκεί στον γραφικό αυτό τόπο βρεθήκαμε και εμείς οι Σαρακατσαναίοι από τα Τσεκούρια Βερμίου να γιορτάσουμε τον δεκαπενταύγουστο του 1945, να λειτουργηθούμε και να μεταλάβουμε. Ήταν η τελευταία μας χρονιά στον ωραίο αυτό τόπο. Κάτω από την ζωοδόχο πηγή βαθιά στην ποταμιά ρέει ο Αλιάκμονας, το μακρύτερο ποτάμι στη χώρα μας και απέναντι υψώνονται τα περίφημα Πιέρια όρη.
Ομολογουμένως πανέμορφο τοπίο. Εκεί οι πέρδικες δεν κυνηγούνται και ας συναγωνίζονται σε μέγεθος τις κότες. Και δεν κυνηγούνται διότι η κλίση του εδάφους είναι τόσο μεγάλη που μετά βίας μπορείς να σταθείς όρθιος. Παρόμοιες κλίσεις συνάντησα στον Όλυμπο στις πλαγιές του Όλυμπου, όπου πάλι αφθονούν οι πέρδικες και το περίφημο τσάι του Όλυμπου.
Κων/νος Γαλλής,
Πολύγυρος, 13-2-25
Στο προαύλιο της Ζωοοδόχου Πηγής. Καλοκαίρι 1955






