nekrotafeio 400Πριν πολλά χρόνια, στο χωριό Πλάτανος Αλμυρού, ήταν δυο φίλοι αχώριστοι. Ο ένας όμως αρρώστησε βαριά, τον έλεγαν Καλτσά στο επίθετο, ή ήταν παρατσούκλι και Νίκο στο όνομα. Τον άλλον τον έλεγαν Μπίκο στο επίθετα και Κώστα στο όνομα.
Η αρρώστια του Νίκου ήταν βοριά. Αφού πήγε στους γιατρούς δεν βρήκε γιατριά και το φθινόπωρο, που πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαριά, ο Νίκος πέθανε. Βαρύ το πένθος της οικογένειας μα και ο φίλος, ο αχώριστος ο Κώστας, δεν το παρηγόραγε να χαθεί. «Μωρέ», έλεγε, «να χαθεί τόσο νιος ο φίλος μου, με τον οποίο παίζαμε πάντα καμιά κολτσίνα στα μαγαζιά του χωριού;»

Άφησε και γένια, σαράντα μέρες, μα ο πόνος δεν πέρναγε. Πέρναγε από το νεκροταφείο του χωριού, που ήταν στο δρόμο που έρχονταν από τα πρόβατα να πάρει ψωμί και όλο σιγομουρμούριζε: «Άντε ωρέ Νίκο, που χάθ'κες τόσο νιός!»
Ένα βράδυ, περνώντας σούρουπο κοντά από το νεκροταφείο, πάλι τον θυμήθηκε κι ας είχαν περάσει δέκα μήνες από το θάνατό του. «Άντε ωρέ Νίκο» είπε με καημό, «τι κάθεσαι; έλα ωρέ να πάμε να παίξουμε καμιά κολτσίνα!» και όπως ήταν φορτωμένος με την κάπα, τον τροβά και τη φτσέλα, τράβηξε το δρόμο προς το χωριό μη περιμένοντας απάντηση. Μα από που να περιμένει απάντηση, που ο Νίκος ο φίλος του είχε γίνει χώμα!
Κατά διαβολεμένη όμως σύμπτωση στη γωνία του νεκροταφείου σε ένα πουρνάρι μέσα κάθονταν και φύλαγε καρτέρι για λαγό ένας άλλος χωριανός του, που και αυτόν τον έλεγαν Νίκο. Αυτός, μην ξέροντας ποιον Νίκο εννοούσε ο Μπίκος, νόμισε ότι τον είδε και ότι είπε σε αυτόν να πάνε να παίξουν κολτσίνα. Άλλωστε θα σηκώνονταν γιατί άρχισε ήδη να σουρουπώνει και δεν θα έβλεπε να ντουφεκίσει. Σηκώθηκε, βρόντηξε το πουρνάρι και είπε στο Μπίκο. «Τράβα ωρέ Κώστα κι έρχομαι». Ο Μπίκος τα έχασε. Νόμισε πως βρυκολάκιασε ο φίλος του. Το έβαλε στα πόδια, του ‘πεσε η κάπα, παραπέρα η φτσέλα με τον τροβά και λαχανιασμένος έφτασε στο σπίτι. Δεν πρόλαβε η γυναίκα του να τον ρωτήσει τι έχει και τρέχει έτσι φοβισμένος και αυτός της είπε με πνιχτή φωνή. «Μωρέ Μαριώ, το λιβανιστήρι που το έχεις μωρέ, άϊντε κάνε γρήγορα, βάλε και μπόλικο λιβάνι και κάρβουνο να ντουχνιάσει το σπίτι και η αυλή». Τα 'χασε η καημένη η Κώσταινα. «Μα τι έπαθες Κώστα μ’ βασκαμένος είσαι ή μάγια σού 'κάναν;» ;» είπε απορημένη. Αυτός πού να ακούσει! Άκουγε έξω κάνα ποδοβολητό από τους τσοπαναραίους, που έρχονταν από τα κοπάδια και φώναζε: «Κάνε γρήγορα μωρέ Μαριώ σου είπα, που στον κόρακα το βόλεψες και δεν το βρίσκεις;». Τα ‘χασε η φουκαριάρα η Κώσταινα, μα απορούσε και δεν ήξερε τι του συμβαίνει και κάνει σαν τρελός. Μα ήρθε και χωρίς τα σέγια του. Που είναι η κάπα σ’ Κώστα μ’ του είπε και όλο έψαχνε για το έρμο το Θυμιατό. Που είναι η φτσέλα κι ο τροβάς;» Τι έπαθα η κακομοίρα! Τι τον ήβρε και δεν λέει τίποτα; Σκέφτηκε η Κώσταινα. «Ωρε χαζή δεν τούβρες ακόμα; που στα κομμάτια το ‘βαλες! Μάκι έπεσε πίσω απ' τα κονίσματα;» Τότε συνήλθε η καημένη η Κώσταινα. «Να το μαγγούφ’ το μυαλό ιδώ δεν είχα ψάξ’. Να το βρήκα τα λιβάν’ μέσα στη σκτί το ‘βαλα προχθές μην το Βρουν τα παιδιά και τ’ απετάξουν». Έψαξε στα γρήγορα και ευτυχώς το βρήκε. Άναψε με λίγα κάρβουνα απ' το τζάκι το λιβονιστήρι κι απορημένη πάλι του είπε: «Που θέλ’ς Κώστα μ’ να λιβανίσω;» Και βουρ δώθε βούρ κείθε να φυσάει καλά και να ντουχτιάσ’ ο καπνός.
Την ώρα εκείνη ήρθε απ' έξω ο Νίκος, που φύλαγε καρτέρι και νόμισε πως τον είδε ο Κώστας και του 'πε να παν στο μαγαζί να παίξουν καμιά κολτσίνα.
Τηράει τι να ιδεί, ντούχνιασε ο καπνός απ’ το λιβάνισμα της Κώσταινας. Απορημένος λέει: «Τι κάνετε εδώ μωρέ; γέννησε η Κώσταινα και δε μου 'πατε;» Νόμισε πως είναι λεχώνα και λιβάνιζε για τα ξοδικά. «Μωρέ Νίκο, αυτό που 'παθα δεν μαλογιέται», λέει ο Μπίκος. «Βρυκαλιάκιασε Νίκος ο Καλτσάς, τον είδα με τα μάτια μ’ απόψε όπως κατέβαινα και πέρναγα απ΄ το νεκροταφείο. Ε, ωρέ τον λόγιαζα, ήταν φίλος μ’ και είπα: Σήκω ωρέ Νίκο να πάμε για καμιά κολτσίνα. Ακούω γκούπ και πήδησε τον τοίχο από δω μεριά που είναι το τρανό το πουρνάρ’ και μου ‘πε καθαρά: Τράβα ωρέ κι έρχομαι». Ο Νίκος τότε κατάλαβε αλλά δεν έπαιρνε σειρά από το λαχάνιασμα του Κώστα, για να του πει πως αυτός ήταν εκεί και φύλαγε καρτέρι για λαγό. Το ‘βαλε στα γέλια όμως και δεν κρατιόνταν.
Ο Κώστας, που είχε το βάσανο, τον κοίταζε απορημένες και του λέει: «Ωρέ εγώ λαχτάρ'σα, τρεμ’ η καρδιά μ’ ακόμα σα να φλερτράει κι εσύ γελάς;» Η Κώαταινα, που παρακολούθαγε τη συζήτηση και κούναγε το λιβανιστήρι συνέχεια είπε: «Θεός και Παναγιά, τι ήταν αυτό που μας βρήκε τους καψερούς, δεν έφτανε η φτώχια μας μας κυνηγάν’ και τα φαντάσματα!» κι έκανε συνέχεια το σταυρό της πότε με το δεξί και πότε με το αριστερό χέρι. Ε, δεν βάσταξε τότε ο Νίκος και του λέει: «Ωρέ Κώστα, εγώ ήμουν ωρέ, μην κάνετε έτσι. Φύλαγα για κάνα λαγό και νόμισα πως με είδες αφού κοίταζες κατακεί κει και είπες: Άιντε ωρέ Νίκο τι κάθεσαι; πάμε να παίξουμε καμιά καλτσίνα! Σηκώθηκα κι ‘γω και πήγα στο σπίτ’, άφ'κα το όπλο και μετά πήγα στο μαγαζί. Έκατσα, έκατσα ώσπου άρχισαν να φεύγουν οι άλλοι κι ο μπακάλης θα έκλεινε. Έφυγα κι ήρθα να δω τι διάολο έπαθες». «Ωρέ εσύ ήσουν ωρέ ζωντόβολο και γω λαχτάρ’σα; Κάτσε τώρα να πιούμε κάνα τσίπ’ρου να σταθεί η καρδιά μ’ και να πάμε μαζί, να ’ρθ', και η Κώαταινα με το λιχνάρ’ να βρω τ’ν κάπα και τον τρουβά γιατί θα μ’ φάει κάνα σκ’λί το τυρολόι. Η Φτσέλα, ποιός ξέρει, να μου ‘πεσε στο ίσωμα ή να μου ‘πεσε στη σαρούλα και πάει κορδοκ’λώντας στο χαντάκι;»
Πήγαν τα βρήκαν και ο Κώστας έκανε ένα εξάμηνο να βγει στα μαγαζί για το ρεζιλίκι που έπαθε γιατί θα τον κορόιδευαν όλοι οι γνωστοί του για τη λαχτάρα του έπαθε.

Στυλίδα 9/3/1988
Ιωάννης Κ. Μπούρχας
ΗΧΩ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ
Μάρτιος-Απρίλιος 1988

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.