Μια γυναίκα, για να αποφεύγει τις δουλειές, έπεφτε κάτω και κλοτσούσε τα πόδια της, τίναζε το κορμί της για λίγο και μετά ξάπλωνε και δεν έλεγε τίποτε μέχρι να απομακρυνθεί ο άντρας της.
Όταν ο δύστυχος άντρας της την ρωτούσε τι παθαίνει και κάνει έτσι, αυτή του απαντούσε πως την πιάνουν οι «ζάντζες» και δεν μπορεί να τις ελέγξει.
Τι να κάνει ο φουκαράς, πήρε τη γυναίκα του και την πήγε στο γιατρό να την εξετάσει. Ο γιατρός, αφού την εξέτασε και ρώτησε να μάθει σε ποιες περιπτώσεις αντιδρά με αυτόν τον τρόπο, πήρε παράμερα το σύζυγο και του εξήγησε πως η γυναίκα του δεν πάσχει από κάποια αρρώστια και πως πρόκειται μάλλον για κάποιο κόλπο της για να αποφεύγει τις δουλειές.
Αφού επέστρεψαν στο σπίτι και με την πρώτη ευκαιρία που η γυναίκα αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο, ο σύζυγος, αφού είχε τη διαβεβαίωση του γιατρού πως δεν πάσχει από κάποια αρρώστια, έβγαλε τ' ζωστήρα τ' και… «που σε σφάζ’ και που σε τσούζ’».
Βλέποντας η γυναίκα αυτή την αντίδραση του άντρα της, τον ρώτησε τι έπαθε και αντιδρά έτσι.
-Μ’ έπιασαν κι εμένα οι «ζαντζούλες», είπε αυτός, και δεν μπορώ να σταματήσω.
-Δεν αφήν’ς άντρα μ’ τ'ς ζαντζούλες ν’ αφήκω κι εγώ τ'ς ζάντζες και να περάσουμε καλά κι αγαπημέν’ απο 'δω κι πέρα;






