Έξι παιδιά και ογδόντα πρόβατα είχε ο μπάρμπα Κώστας, τέσσερα κορίτσια και δυο αγόρια. Πρώτη ήταν η Βασιλική, αλλά την έλεγαν Βασούλα και μερικκοί Βασίλω. Ακολουθούσε ο Γιάννης, η Δήμητρα, η Ελένη, ο Αποστόλης (Τόλης) και τελευταία η Γεωργία, που τη φωνάζαν Γεωργίτσα.
Είχαν ξεπεταχτεί τα παιδιά, η Βασούλα, καθώς ήταν και ψηλή, φάνταζε ολόκληρη γυναίκα και ας ήταν μόλις 17 χρονών.
Κώσταινα: Γκουντή (ήταν ο άνδρας της), τα παιδιά μας ξεπετάχτηκαν καιρός να φροντίζουμε και για γαμπρό, η Βασούλα μας ολόκληρη γυναίκα έγινε.
Γκουντής: Είσαι με τα καλά σου, βρε γυναίκα, η βασούλα ακόμη παίζει πεντόβολα, να, προχθές την είδα με την Μαριγώ να παίζουν, κι εμείς να την παντρολογάμε! Τι στο διάτανο γύφτοι είμαστε να παντρεύουμε τα παιδιά μας πριν την ώρα τους! Βάλτο καλό στο νου σου, αν δεν ξεπεράσει τα είκοσι γάμος δεν γίνεται. Τι στην ευχή στη στράτα τη βρήκαμε; Κορίτσι μας είναι.
Η Κώσταινα, ωστόσο, ήταν άξια γυναίκα και ο Κώστας τη σέβονταν όπως λίγοι, σταυρό στη μπάλα του την είχε. Άλλο τον απασχολούσε τον Κώστα. Ήρθαν στα αυτιά του κάτι κουβέντες του τσέλιγκα σχετικά με τα πρόβατά του, ότι είχαν γίνει πολλά και αυτό με αφορμή ότι είχε κρατήσει πολλές αρνάδες για αναπαραγωγή.
Ώσπου μια μέρα τον καλεί ο τσέλιγκας και θέτει θέμα αριθμού προβάτων:
-Τι θα γίνει βρε Κώστα με σένα; Όπως πας θα κάνεις περισσότερα πρότα από τα δικά μας!
-Μα, μωρέ τσέλιγκα, τι να κάνω έχω τόσα στόματα να θρέψω.
-Δεν ξέρω, Κώστα, δικό σου πρόβλημα, κοίταξε από το χινόπωρο να βρεις αλλού, αυτό το καλοκαίρι θα είναι το τελευταίο που θα κάνουμε μαζί.
-Καλά, τσέλιγκα, μπορεί να χωρίσουμε τα τσανάκια μας από τώρα. Οριστικά θα σ΄πω ταχιά.
Η κουβέντα αυτή δεν άρεσε στον τσέλιγκα, διότι ο Κώστας ήταν άξιος και έκανε και κουμάντο στο τσελιγκάτο, αλλά το γυαλί είχε ραγίσει. Κατάλαβε ο τσέλιγκας σαν έξυπνος άνθρωπος που ήταν ότι τον Κώστα τον έχανε οριστικά και αυτό δεν το ήθελε, περίμενε ότι ο Κώστας θα υποχωρούσε και θα τον εκλιπαρούσε να μην τον διώξει το χινόπωρο και εδώ ήταν το λάθος του τσέλιγκα, δεν υπολόγισε σωστά.
Και εδώ να κάνω μια διαπίστωση: Τα τσελιγκάτα διαλύθηκαν και από έλλειψη στελεχών και στελέχη ικανά μπορούσε να βρει κανείς μόνο στους Σαρακατσαναίους, στους επαγγελματίες κτηνοτρόφους.
Ο Κώστας εν τω μεταξύ επειδή υποψιάσθηκε τις προθέσεις του τσέλιγκα, άρχισε να ρωτάει στα γύρω χωριά που είχαν κισλάδες (βοσκές κοινές) καλούς, να βρει κανένα παλιόσπιτο να αγοράσει, να αγοράσει και λίγα χωραφάκια και να μείνει στον κάμπο και οι προσπάθειές του αυτές ευοδώθηκαν.
Το συζητάει με τη γυναίκα του και τα μεγάλα παιδιά του. Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν, είχαν βαρεθεί το πήγαινε-έλα. Η γυναίκα του έμεινε σκεπτική και δεν μιλούσε, το σκέπτονταν. Αλλά τον Κώστα τον ενδιέφερε πρωτίστως η γνώμη της γυναίκας του, ωστόσο δεν ήθελε να την πιέσει, περίμενε.
Και εκεί φάνηκε η αποφασιστικότητα της Βασιλικής:
-Πατέρα, μην χολοσκάς, θα μείνουμε στον κάμπο, θα δουλέψουμε κι εμείς τα παιδιά και όλα θα πάνε καλά. Δεν μας είπες όμως σε ποιο χωριό θα πάμε.
-Να, μωρέ, εδώ σιμά θα πάμε... και τους σκάζει το μυστικό. Τι μυστικό δηλαδή που η Κώσταινα το ήξερε. Αλλά ήθελε να ιδεί πως θα το πάρουν τα παιδιά της, φοβότανε τις αντιδράσεις τους. Και όταν είδε τα παιδιά της χαρούμενα πήρε την απόφαση και συμφώνησε.
Ο Κώστας, για να πούμε και την μαύρη αλήθεια, στεναχωριόταν που θα αποχωρίζονταν από το τσελιγκάτο αλλά από την άλλη ο τσέλιγκας δεν του είχε αφήσει κανένα περιθώριο. Το παράξενο είναι ότι και ο τσέλιγκας μετάνιωσε και πήρε την απόφαση να προτείνει στον Κώστα να μη φύγει και να κρατήσει και όσες αρνάδες θέλει. Αλλά όπως είπα και παραπάνω, άμα ραγίσει το γυαλί, μην περιμένεις να κολλήσει.
-Τσέλιγκα, το σκέφτηκα, το κουβέντιασα με τη γυναίκα και τα παιδιά μου, πήραμε την απόφαση να χωρίσουμε από τώρα, βλέπεις πρέπει να κάνω και κουμάντο για τον χειμώνα.
-Αμάν βρε Κώστα μια κουβέντα είπαμε, να το συζητήσουμε πάλι αυτές είναι σοβαρές αποφάσεις.
-Τι να συζητήσουμε, τσέλιγκα, εσύ ό,τι είχες να πεις μου το είπες τις προάλλες και ο λόγος σου ήταν κοφτός και σκληρός, δεν μου άφησες περιθώρια.
-Όχι, βρε Κώστα, κάτσε να το κουβεντιάσουμε.
-Τσέλιγκά μου, να ξέρεις ό,τι φεύγω με μαύρη καρδιά, είναι κάτι που δεν ήθελα να γίνει αλλά έγινε.
Δώκε μου την ευχή σου και ας χωρίσουμε αγαπημένοι, να ξέρεις ότι το τσελιγκάτο σου το αγάπησα, το ΄χω στην καρδιά μου.
Κάπως έτσι χώρισε ο Κώστας και έμεινε στους κάμπους και έκανε και προκοπή.
Αγόρασε ένα παλιόσπιτο και μερικά χωράφια, πήρε τα δικαιώματα βοσκής στους κισλάδες του χωριού και άρχισε σύσσωμη η οικογένεια να δουλεύει σε όποια δουλειά έβρισκε και σε λίγα χρόνια δέθηκε με τους κατοίκους του χωριού, τον αγάπησαν και τους αγάπησε και όχι μόνο.
Μια ωραία πρωία έρχεται στο σπιτικό τους ένα παλληκάρι του χωριού με τους γονείς του και ζητούνε το χέρι της Βασούλας. Το παλληκάρι την καλόβλεπε τη Βασούλα αλλά και η Βασούλα του έριχνε κάτι κλεφτές ματιές που σήμαιναν πολλά και με αυτές τις κλεφτές ματιές πήρε το θάρρος και τη ζήτησε σε γάμο.
-Καλά, ορέ παιδί μου, άσε πρώτα να στείλουμε προξενιό και αν θέλουν και οι δικοί τους, τότε πάμε και τη ζητάμε.
Και γρήγορα το έκαναν πράξη.
Να μην το συζητάμε και πολύ γρήγορα έγιναν και οι γάμοι. Ο Κώστας δεν ήθελε σαλιαρίσματα κλπ, είχε και άλλα παιδιά και πρόσεχε την καλή του φήμη.
Κωνσταντίνος Γαλλής
Πολύγυρος, 10-12-24






