Τιμή ιδιαίτερη ήταν για τους Σαρακατσάνους να δεχτούν μουσαφίρη στο καλύβι τους έστω και αν δεν ήταν συγγενής τους, ήταν ο ξένος ο άνθρωπος που τίμησε το σπιτικό τους. Η Σαρακατσάνα στο πόδι να περιποιηθεί τον ξένο, τον μουσαφίρη, να τον κεράσει γλυκό του κουταλιού με κρύο νερό στο γυάλινο ποτήρι. Φύλαγε πάντα γλυκό του κουταλιού και ποτήρια γυάλινα, ανεξάρτητα αν η οικογένεια όλόκληρη έπινε νερό από το χάλκινο τσουκάλι. Ο ξένος είναι ξένος και πρέπει να ευχαριστηθεί και φεύγοντας να μολογάει και να εξυμνεί τα αφεντικά του καλυβιού. Ακόμη η νοικοκυρά ό,τι πρόσφερε στο μουσαφίρη θα ήταν πάνω στο γιαννιώτικο δίσκο με το σεμεδάκι από κάτω, δίσκος μικρός για να είναι εύχρηστος και σεμεδάκι πλεγμένο στο βελονάκι. Και μη βιαστείτε να τα χαρακτηρίσετε υπερβολές. Ήταν συνήθης τακτική σε όλα τα καλύβια.
Στα Γιάννενα τον καιρό εκείνο δούλευαν πολύ το ασήμι ή κράμα του ασημιού, όπως και τα τσαρούχια , τα κουδούνια, τα κυπριά. Τα κουδούνια συνήθως για τα πρόβατα και τα κριάρια και τα κυπριά για τα γίδια και τα τραγιά. Όχι σπάνια τα χρησιμοποιούσαν και στα μεγάλα ζώα για να κοπαδιάζουν. Είναι στη φύση των αγαθών αυτών ζώων να ακολουθούν τα ζώα που ξεχωρίζουν με το κουδούνι που φέρουν στο λαιμό. Έτσι και μαυλίσεις την προβατίνα που φέρει το κουδούνι και σε ακολουθήσει στην είσοδό σου στο νερό ή στο ποτάμι που θέλεις να περάσεις απέναντι θα σε ακολουθήσει όλο το κοπάδι. Θυμάμαι το 1944 που έφυγαν οι Γερμανοί και ανατίναζαν πίσω τους κάθε γέφυρα που περνούσαν, έφθασαν τα κοπάδια στον Αλιάκμονα για να περάσουν απέναντι, η γέφυρα ανατιναγμένη οπότε έπρεπε να περάσουν από μέσα. Διαλέγουν ένα μέρος που το ποτάμι άπλωνε, μπαίνει ο τσοπάνος μπροστά και τραβάει το γκισέμι με την μεγάλη κουδούνα από το λουρί της κουδούνας και προχωράει, ακούγοντας το κοπάδι το γκισέμι να προχωράει μέσα στο ποτάμι κοντά στο τσοπάνο, δεν δίστασε ούτε στιγμή και ρίχτηκε για να περάσει απέναντι και πέρασε όπως πέρασαν όλα τα κοπάδια. Βέβαια από την κάτω πλευρά υπήρχε σειρά ανδρών για τυχόν πρόβατα που θα παρέσυρε το ρεύμα του Αλιάκμονα.
Στο θέμα μας, ο Σαρακατσάνος με το που τον ειδοποιούσαν ότι ήρθαν μουσαφίρηδες στο καλύβι του, η πρώτη του φροντίδα ήταν να πιάσει κανένα σουγκαράκι (αρνί όψιμα γεννημένο), να το ετοιμάσει στο άψε σβήσε και το γρηγορότερο να είναι στο καλύβι του και το αρνάκι στο σινί και στο γάστρο. Το κρέας ψημένο σε φωτιά από ξύλα οξιάς έχει ασύγκριτη γεύση και νοστιμιά.. Βέβαια αρνί σφάζανε σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στους πολλούς μια πίτα ήταν αρκετή με συνοδεία τουλουμίσιου τυριού. Με το που έρχονταν ο μουσαφίρης τον κερνούσε στα γρήγορα και κλείνονταν στο καλυβάκι να ετοιμάσει την πίτα, παράλληλα η κόρη άναβε φωτιά και ετοίμαζε το γάστρο, αν δεν υπήρχε κόρη τη δουλειά αυτή την αναλάμβανε η συνυφάδα..
- Τι λες, Γιώργο, πάμε να δούμε κανέναν συγγενή πέρα κατά το Καϊμακτσαλάν ;
- Και δεν πάμε, Μήτσιο, τα μπινέκια γιατί τα έχουμε, μόνο να τα ταίζουμε.
Τα μπινέκια ήταν άλογα αραβανλίτικα μόνο για καβάλα’ σαμάρι δεν γνώριζαν, μόνο σέλα.
- Και για πότε λες;
- Να, να το πούμε στις γυναίκες να ετοιμάσουν και κάτι, να μην πάμε με άδεια χέρια.
- Καλά λες, το λέμε στις γυναίκες και μεθαύριο φεύγουμε.
Ήταν στις συνήθειες των Σαρακατσαναίων που και που να φιλεύονται στα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ετοίμασαν οι γυναίκες τα χαιρετίσματα (ήταν τα χαιρετίσματα καμιά πίτα, κανένα κεντητό, ακόμη και φρούτα (μήλα ή κυδώνια κλπ). Σημασία είχε να μην πας με άδεια χέρια. Λεπτομέρειες θα πεις, αλλά λεπτομέρειες που κάνουν όμορφη τη ζωή.
Φόρεσαν τα αγένωτα, βάλανε τη σκούφια τους, την κλίτσα στο τσεπάκι και βέβαια τα τσαρούχια τους με την τρίχινη φούντα. Ξεκίνησαν πρωί-πρωί με προορισμό τα Σουλτογιαννέικα. Ο Γιώργος τον είχε γαμπρό στην αδελφή του και ο Μήτσιος μπατζανάκη (σύγαμπρο).
Τα άλογά τους καλοθρεμμένα και σβέλτα συνέχιζαν με ελαφρό καλπασμό όπως μόνο τα αραβανλίτικα άλογα μπορούν, μια που δέχτηκαν ειδική εκπαίδευση, τα βάλανε στα κιουστέκια με συνέπεια να καλπάζουν κατά τρόπο που ο αναβάτης να μην καταπονείται.
Ο δρόμος τους περνούσε έξω από το τσελιγκάτο του Κατσαρού και του Καραθόδωρου. Και οι δύο συγγενείς και μάλιστα στενοί.
- Λες, Γιώργο, να μας πάρουν χαμπέρι οι Κατσαρέοι ή οι Καραθοδωραίοι, τι θα κάνουμε τότε;
- Ε, τι θα κάνουμε μωρέ, Μήτσιο, θα πάμε και σ΄ αυτούς και όποτε γυρίσουμε.
Το ταξίδι από τα Τσεκούρια Βερμίου πέφτει κάπως μακριά αλλά με άλογο αραβανλίτικο φεύγει ο δρόμος. Πέρασαν το Ξερολίβαδο, ένα χωριό βλάχικο, ψηλά πάνω από τη Νάουσα, έξω από την Έδεσα, ανατολικά από την Άρνισσα και άρχισαν να ανεβαίνουν το Βόρα. Το βουνό αυτό από κτηνοτροφικής πλευράς είναι από τα καλά ξεκαλοκαιριά, με πολλά νερά τρεχούμενα και βοσκές πλούσιες.
Τα καλύβια ήταν σε ένα γούπατο και για να τα δεις έπρεπε να φθάσεις πάνω στο καραούλι.
Αράξανε κάποια στιγμή το απομεσήμερο με τα σκυλιά να τους αντιλαμβάνονται πρώτα και να ξεσηκώνουν τον κόσμο από τα αλυχτίματα.
- Ορέ, ποιοι να ναι αυτοί
- Όποιοι και αν είναι, εδώ έρχονται, αποφαίνεται ο τσέλιγκας, ο μπάρμπα Γιάνννης ο Σουλτογιάννης, ο τσέλιγκας. Ο Γιώργος είναι με το Μήτσιο. Αυτοί δεν χωρίζουν.
Τους υποδέχτηκαν με χαμόγελα και τραγούδια: Φίλοι μου καλωσορίσατε κλπ Ήταν στο πόδι άντρες, γυναίκες και παιδιά και όλοι μαζί κατέληξαν στο τσαρδάκι του τσέλιγκα, όπου τους καλοδέχτηκε η νοικοκυρά.
Τα έζησα αυτά τα φιλέματα και τα θυμάμαι νοσταλγικά τόσο όταν δεχόμασταν μουσαφιραίους όσο και όταν πηγαίναμε. Και δεν θα 'ναι υπερβολή να ισχυρισθώ ότι είχαν μια μεγαλοπρέπεια, αν στέκει η παρομοίωση καλύβι και μεγαλοπρέπεια.






