Θανάσης Κ. ήταν πρόεδρος του κτηνοτροφικού συλλόγου της περιοχής του. Σε μια συγκέντρωση, που αφορούσε στα προβλήματα των κτηνοτρόφων, ζήτησαν από τον πρόεδρο να «βγάλει λόγο».
Ανέβηκε αυτός στο βήμα να μιλήσει, αλλά μόλις αντίκρυσε τα βλέμματα των συγκεντρωμένων να στρέφονται επάνω του και να περιμένουν το «λόγο του» είπε:
Όταν έμαθε ο χωριάτ’ς ότι η γ’ναίκα τ’ δεν είχε αφήκ’ σερκό για σερκό στο χωριό, τ’ν πήρε να πάν’ μακριά σ’ άλλον τόπο για να κάνουν μια νέα αρχή. Φόρτωσαν χαράματα τα λίγα υπάρχοντά τους σε ένα γαϊδουράκο απ’ είχαν και έφυγαν. Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, νύχτωσαν σ’ έναν μύλο. Εκεί παρακάλεσαν τον μυλωνά να τους φιλοξενήσει για μια βραδιά. Το βράδ’ η... σιαπερένια κοιμήθηκε και με τον μυλωνά. Αφού ξημέρωσε, φόρτωσαν πάλι τον γάιδαρό τους και ξεκίνησαν. Τότε η γυναίκα παρατήρησε.
Κατά τη διάρκεια του συμμοριτοπόλεμου δεν επέτρεψαν οι αρχές να ανέβουν στα βουνά τα τσελιγκάτα. Γι' αυτό το τσελιγκάτο του παππού μου, μαζί με κάποια άλλα που είχαν τα χειμαδιά τους στο Βαρικό Λιτοχώρου, βρέθηκαν να ξεκαλοκαιριάζουν στον κάμπο του Αιγινίου Πιερίας.
Μια νύχτα, στα μέσα Οκτωβρίου, κατέβηκε μια ομάδα συμμοριτών στον κάμπο για να... επιστρατεύσουν νέους, άλογα και τρόφιμα από την περιοχή. Μεταξύ πολλών άλλων νέων πήραν και μερικά Σαρακατσιανόπουλα.
(Δηλώνει πως πρέπει κάποιος να συμμετέχει στο έργο για να απολαύσει την αμοιβή)
"Να δω τη νύφη μου χήρα και ας πεθάνει και το παιδί μ'..."
Όταν η κακία τυφλώνει τους ανθρώπους και θέλουν με κάθε θυσία το κακό του άλλου...
(Κουδούνι χωρίς τη γλώσσα), έλεγαν οι Σαρακατσιάνοι τους ανθρώπους με εντυπωσιακή εμφάνιση, αλλά χωρίς σωστή σκέψη και άποψη.
Όπως ένα κουδούνι, όσο εντυπωσιακό και μεγάλο να είναι, αν δεν διαθέτει τη γλώσσα (το μικρό μέταλο στο εσωτερικό του, το οποίο χτυπάει στα τειχώματα και ακούγεται ο ήχος), είναι τελείως άχρηστο, έτσι και ένας άνθρωπος χωρίς το μυαλό του.
Πόντιος μουσαφίρης στα κονάκια στο Καϊμακτσαλάν, άκουσε τ’ γερο-Γιάνναινα να... ξενιτεύει.
«Γιατί μοιρολογάει αυτή η γυναίκα;» ρώτησε τη Σαρακατσιάνα, στης οποίας το κονάκι φιλοξενούνταν.
«Δεν μοιρολογάει η έρμ’, ξενιτεύ'…» του απάντησε αυτή.
«Και που πηγαίνει;» ξαναρωτάει ο πόντιος.
«Π’θενά δεν πααίν’, μόν’ έχ’ το παιδί τ’ς φαντάρο και ξενιτεύ’», προσπάθησε να του εξηγήσει η Σαρακατσιάνα, μεγαλώνοντας την απορία του Πόντιου.
Η Κρίση των πυραύλων της Κούβας ήταν μία αντιπαράθεση διάρκειας αρκετών ημερών, που συνέβη τον Οκτώβριο του 1962, μεταξύ των Η.Π.Α. και της Σοβιετικής Ένωσης και απασχόλησε το διεθνή τύπο για πολλές ημέρες. Ήταν το κύριο θέμα στις ειδήσεις τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό τύπο εκείνης της εποχής. Το ελληνικό ραδιόφωνο αναμετέδιδε συνεχώς τις εξελίξεις, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος πυρηνικού ολοκαυτόματος.
Παλιός σαρακατσιάνος πήγε στην κηδεία γαμπρού του από αδελφή. Αφου μπηκε μέσα στο σπίτι, για να χαιρετίσει το νεκρό και τη χαροκαμένη αδελφή του, βγήκε και πάλι στην αυλή όπου τον περίμενε ο γιος του, που τον είχε συνοδέψει μέχρι εκεί. Εκείνος πρόσεξε μια αλλαγή στην όψη του πατέρα του. Τον είδε προβληματισμένον και κατά κάποιο τρόπο... χουμπωμένον.
Ο Κολιό Πολύζος ήταν ξακουστός τσέλιγκας με επιρροές στις αρχές.
Μια φορά συνέλαβε η αστυνομία έναν βοσκό του επειδή πυροβόλησε διερχόμενο αυτοκίνητο. Είχε βγει στο δρόμο και έκανε οτοστόπ. Για αρκετή ώρα δεν σταματούσε κανένας να τον πάρει και αυτό αγανάκτησε το βοσκό, έβγαλε το ντουφέκι του και όταν το επόμενο αυτοκίνητο δεν σταμάτησε ντουφέκισε. Ο οδηγός ενημέρωσε την αστυνομία, η οποία συνέλαβε τον βοσκό και τον πήγε στο κρατητήριο.
Ένα βράδυ που δεν είχε φεγγάρι κα το σκοτάδι ήταν βαθύ σαν πίσσα, ο Γιάννος κι ο Μήτρος πήγαν στα μαντριά ν’ αρμέξουν τα γαλάρια.
Τ’ άρμεξαν, με το καλό και γέμισαν δυο κακάβια, χείλ’ μ’ αχείλ’. Πήραν από ένα κακάβι και κατηφόρισαν την πλαγιά να πάνε στα καλύβια. Δεν έβλεπαν το μονοπάτι και πήγαιναν στα τυφλά, ανάμεσα στα πουρνάρια και τις κοτρόνες.
Κάποια στιγμή, ο Γιάννος άκουσε ένα περίεργο θόρυβο, σαν να χτυπιόταν το κακάβι με τις κοτρόνες. Πήγε το μυαλό του στο κακό και ρώτησε τον Μήτρο.
Είναι η εποχή που οι Σαρακατσάνοι έχουν ήδη κατέβει στα χωριά και έχει αλλάξει ο τρόπος ζωής του τσοπάνη.
Τα μαντριά μία, άντε δύο ώρες μακριά από το χωριό, το βράδυ, τα πρότα μέσα στου μαντρί, φλώρου σκνί γυρβουλιά απ'του μαντρί και πέντε έξι παλιουσκτιά, για σκιάζματα, κι ου τζιουμπάνους παίρ' τ' άλουγου, ή του γουμάρ' κι του βράδ' στου σπίτ', ν' αυγή πάλι στου μαντρί, κάθι μέρα τ'ν ίδια σουρτάρα.
Πολλές φορές έτυχε, νομίζω, σε όλους μας να είμαστε μάρτυρες στις κακογουστιές που συμβαίνουν σήμερα στα διάφορα «παραδοσιακά» γλέντια και εκδηλώσεις. Αρχίζοντας από το κακόγουστο «εκο» των μουσικών οργάνων που αλλοιώνει την φωνή και τον ήχο, δημιουργώντας μια θολούρα που σε ανακατεύει και δεν ξέρεις που αρχίζει και που σταματά το κάθε τι και προχωράς στον τραγουδιστή που έχει ένα ρεπερτόριο το οποίο περιλαμβάνει, Marry Me (train)* για την είσοδο ενός ζευγαριού στην πίστα σε ένα γάμο, μέχρι τον κόκορα στου παιδιού μας την χαρά, χωρίς βέβαια, οι στίχοι σε κανένα από τα τραγούδια που «εκτελεί πραγματικά» να είναι ακριβείς.
Παραμονή τ' Αϊ Γιαννιού, ου μπάρμπα Γιάνν'ς έσφαξι τ' αρνί, το 'γδαρι, του λιάν'σι, του κάθαρ'σει κι το 'δουκι στ' θειά τ' Γιάννινα να του κουμανταρίσ' κι αυτός ξάπλουσι στου κριβάτ' κι έβλιπι τ'ν τηλεόρασ'.
Η θειά η Γιάννινα είχι να κάν' χουσμέτια ακόμα. Έπριπι να καθαρίσ' του σπίτ'. Αϊ Γιάνν'ς τ'ν άλλ' τ'ν μέρα, θα λα νάρθουν κόσμους, να ιτοιμάσ' τα σέα τ' μπάρμπα Γιάνν' κι τα θκάτσ', για να πάν σ'ν ικκλησιά.
Θα σάς μολογήσω ένα μασλάτ' Σαρακατσάνικο.
Γειά σας φίλες και φίλοι μου. Θα σάς διηγηθώ μία από τις εμπειρίες μου, σαν τσομπανόπουλο, στο χωριό μου τη Δαδια, το 1965, ήμουν 15 ετών.
Σεπτέμβριος μήνας έχουν στειρφέψ(ει) τα πρότα κι έρχιτει μίνια μέρα ου Δήμους ου Ζιώγας,(ου Γιουργαίικους γιατί υπήρχε και άλλος Ζιώγας Δήμος στου χουριό μας) αυτός ήταν γύρου στα 30-35 χρουνών και λέει τ' πατέρα μ’, «Μπάρμπα Μήτρου να ζμίξουμι τα πρότα κι να μ’ δώκ’ς του Σπυράκου να γένουμι συντρόφ’. Να τα πάμει τα πρότα απάν’ στ' Κουτρούνια τα β’νά, δεν έχ’ κουπάδια τώρα ηκεί απάν’ κι εχ’ βουσκή πουλύ, να φάν κι βιλάν’, (βελανίδια είχε πολλές βελανιδιές εκεί πάνω)
Παλαιότερα, όταν πάντρευαν οι Σαρακατσιάνοι το παιδί τους, έφτιαχναν μια καλύβα δίπλα στις άλλες, για να κοιμηθούν τα νιόπαντρα.
Σε κάποιο γάμο, αφού κάναν την καλύβα για τα νιόπαντρα, έπιασαν τα προυζύμια, έφτιαξαν το φλάμπουρα και ξεκίνησε η χαρά (γάμος), πήραν τ' νύφ’, πήγαν στα στεφανώματα και αρχήν'σι του γλέντ'.
Αυγή, αχάραγα, με τον μακαρίτ’ τουν πατέρα μ’, χώρσαμαν τ’ αρνιά από τ’ς μάνες τ’ς και μ’ λέει ο πατέρας μ’, "Πάρι τα πρότα να πας να τα βοσκήσεις, ιγώ θα πάου στου Σουφλί, έχου κάτ’ δ(ου)λειές να κάνου κι του βράδ’ θα να ‘ρθου".
Παίρνου κι εγώ του ντρουβά μ’, βάνου κι ένα περιοδικό σ' γκουλότσεπ’ κι απόλσα τα πρότα να πάν να βουσκήσουν. Κύλσαν τα πρότα κάτ’ κα του χαντακάκ' κι να ακολλήσουν απού πέρα στου προυσήλιου. Ιγώ β(γ)ήκα μπρουστά απ’ τού κουπάδ’, άπλουσα τ’ γκάπα μ’ σι κάτ’ κνούκλις (χαμόθαμνους, μπουρντένια τα λένε στη Δαδιά, τα βάζαμε στις κρεβατίνες του μεταξοσκώληκα, όταν έπρεπε να φτιάξουν τη φούσκα του μετάξι ) και άνοιξα του περιοδικό και διάβαζα.
Στις αρχές του 20ου αιώνα πολλοί σαρακατσαναίοι, είχαν αγοράσει κτήματα κι αρχίνησαν ύστερα από καμπόσα χρόνια να σπέρνουν κι αυτοί και κάνα χωράφι. Αφού έβγαιναν την Άνοιξη στο ξεκαλοκαιριό τους, ύστερα από λίγο, τέλη Μάη έμπα Θεριστή, κατέβαιναν ένας-δυο από κάθε κονάκι και με κανιά γυναίκα, να μάσουν τα σπαρτά.
Θέριζαν με τα δρεπάνια, αλώνιζαν με τ' άλογα, άχερα, ζέστα, ίδρωτας, σκουτιά μαλλίσια, σκασμός και βάσανο. Κι όπως ήταν κι άμαθοι από τέτοιες δουλειές, στέγνωναν οι άνθρωποι, τους περιλάβαιναν κι οι θέρμες, έλειωναν.
Την Άνοιξη του σαρανταένα, με την ανωμαλία που υπήρχε, την κατοχή των Ιταλών κι επειδή είχαν και χωράφια σπαρμένα και για να μην είναι μοιρασμένοι μισοί στον κάμπο και μισοί στα βουνά, κάποιες οικογένειες αποφάσισαν για πρώτη βολά να μην πάν στα βουνά, να κάτσουν στον κάμπο και να θερσίσουν και τα σπαρτά τους.
Η Σαρακατσιάνα, που απ’ τα γέννητά της, άμα έρχονταν η Άνοιξη, δεν είχε μείνει ούτε νιά μέρα στον κάμπο, δεν την χώραγε ο τόπος. Δεν μπόρεγε να πιστέψει ότι μπορεί να μείνει στον κάμπο το καλοκαίρι και να μην πάθει τίποτα! Γυρόφερνε από δω, γυρόφερνε από κει, πλησίαζε το γιό της και τώλεγε:
Για την πονηριά των Σαρακατσιαναίων, πούναι ιδίωμα του κάθε αδύναμου, χαρακτηριστικά είναι και τούτα, ας πούμε, γνωμικά τους πώλεγαν:
« Ωρέ τι τα θέλ'ς, όσου φ'λάει η πατ'λιά, δε φ'λάει η Παναϊά», ή « Ωρέ τι τα θέλ'ς, οι τρεις δέλτις σώνουν τουν άνθρουπου: δεν ξέρου, δεν είϊδα, δεν έχου», ή « Ωρέ αναμέρα καλύτερα, ούτι του διάουλου να ιδείς, ούτι του σταυρό σ’ να κάμ'ς».
Κάποτε κάλεσε ο Χριστός όλα τα επαγγέλματα να τα βλοήσ(ει). Κίνησαν κι οι Σαρακατσιάνοι καβάλα στ' άλογά τους, να παν κι εκείνοι να τους βλοήσει ο Χριστός. Στο δρόμο όμως ηύραν μπόλικο χορτάρι κι έκατσαν λίγο να βοσκήσουν τ' άλογα τους.. Χασομέρ(η)σαν κι όταν κάποτε έφτασαν, ο Χριστός είχε μεράσει όλες τις ευκές του. «Γιατί άργησηταν»; τους είπε. «Έτσι κι έτσι, Χριστέ μ', ηύραμι χουρτάρ(ι) κι είπαμι να βουσκήσουμι λίγου τ' άλουγά μας».
Κανόνας στα προξενιά των Σαρακατσιαναίων ήταν να μην ρωτάνε τους άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους υποψήφιους νύφη και γαμπρό. Βέβαια μπορεί νάξεραν κι αυτοί, ιδίως το παιδί, που μπορεί και να του τόλεγαν για την προξενιά που γίνεται, ή και το κορίτσι να μάθαινε απ’ τη μάνα του, όχι απ’ τον πατέρα, μα να τους ρωτήσουν, να πάρουν τη συγκατάθεσή τους, δεν τους ρώταγαν, ιδίως το κορίτσι. Να ένα παράδειγμα από το βιβλίο του Γιάννη Μποτού:
Πολλά από τα «μολοήματα» των Σαρακατσιαναίων είχαν να κάνουν με τις γυναίκες και τα... καμώματά τους.
Μια τέτοια ιστορία είχαν σκαρφιστεί και για κάποια γυναίκα που προσπαθούσε δήθεν να ελέγξει τον άντρα της.
Μια γυναίκα, επειδή ήθελε να αποφύγει να ασχοληθεί με τη βαριά δουλειά της επεξεργασίας του μαλλιού, μια δουλειά που απασχολούσε τη Σαρακατσιάνα σχεδόν όλο το χρόνο, έπεσε «άρρωστη» στο κρεβάτι και δεν συνέρχονταν με κανένα από τα φάρμακα και γιατροσόφια που της έφερνε ο άντρας της.
Ένας βλάχος έτυχε να πάει κάποτε στην Αθήνα.
Πάει σε ένα περίπτερο και ζητάει τσιγάρα.
Τα παίρνει και λέει στον περιπτερά: «Γράψ'τα!».
Ο περιπτεράς χαμογελώντας του απαντά:
Είναι γνωστή η δύσκολη και γεμάτη στερήσεις ζωή που πέρναγαν οι Σαρακατσαναίοι αλλά και όλοι οι κάτοικοι της υπαίθρου τα παλιότερα χρόνια. Είναι επίσης γνωστό ότι κάποιοι από τους Σαρακατσαναίους είχαν πάει και φυλακή. Ένας λοιπόν γερο-Σαρακατσάνος, ο οποίος στα νιάτα του είχε κάνει φυλακή, ευτυχώς όχι για σοβαρό αδίκημα, μολόγαγε πώς πέρασε στη φυλακή. Η φυλακή ήταν αγροτική. Είχε χωράφια, πρόβατα, κότες και γαλοπούλες. Αυτός ήταν τσοπάνος στα πρόβατα.
Ένας Σαρακατσάνος είχε αναλάβει τη διοργάνωση του γάμου του αρραβωνιασμένου ανιψιού του, γιο του αδερφού του, και πλησίαζε ο καιρός να τελεστεί το μυστήριο.
Αυτός μια ζωή τσοπάνος, άβγαλτος και συνεσταλμένος άνθρωπος, ελάχιστες ευκαιρίες είχε να δείξει την αξία του, να πάρει πρωτοβουλία να οργανώσει μια τόσο σημαντική εκδήλωση, να δίνει εντολές στους γύρω του όλοι να τον ρωτάνε και να τον υπακούουν. Τώρα είχε έρθει η στιγμή να δείξει επιτέλους ποιος πραγματικά είναι. Έφερνε γύρω στο μυαλό του όλη τη διαδικασία, σχεδίαζε από πού θα ξεκινήσει, πώς θα προχωρήσει, μην του ξεφύγει κάτι. Είχε άγχος αλλά ήταν σίγουρος για την επιτυχία και φουσκωμένος από υπερηφάνεια.
Ένα από μεγαλύτερα άγχη των Σαρακατσαναίων ήταν η στρατιωτική θητεία. Το “στρατιωτικό” ή "ταχτικό". Ίσως επειδή ήταν η πρώτη φορά που έφευγαν μακριά από την οικογένειά τους, ίσως επειδή ο στρατός σήμαινε πόλεμο στη σκέψη τους, τον στρατό τον θεωρούσαν χειρότερο από την ξενιτιά. Γνωστό μεταξύ των σαρακατσιαναίων το τραγούδι, "τα ταχτικό είναι χτικιό, χτικιάζει παλληκάρια"
Είχε λοιπόν πεθάνει ένα νέο, 18 χρονών, παιδί και κάποια θεία του που δεν μπόρεσε να πάει στην κηδεία, επισκέφθηκε την οικογένειά του αργότερα για να τους συλλυπηθεί. "Να τους παρηγορήσει" όπως έλεγαν οι Σαρακατσιάνοι.
Χρόνια πεθαμένος ο γέροντάς της και η γιαγιά έμενε με το μικρότερο παιδί της, όπως συνηθιζόταν.
Μια μέρα που θα πήγαινε ο γιός της στο παζάρι, να ψωνίσει κατ' πέρα δώθε και να κάνει και κάποιες δουλειές που ήθελε, για να πειράξει τη μάνα του της λέει χαριτολογώντας.
«Μάνα, σήμερα θα κατεβώ στο παζάρι, τι θέλεις να σου φέρω, έναν τενεκέ μέλι για να τρως ή έναν γέροντα να ’χεις συντροφιά;».
Τα χρόνια κείνα στον Καρβασαρά ήταν ένας έμπορος που τον έλεγαν Θανάση Σακαρέλλο. Διατηρούσε ένα μαγαζάκι στην άκρη της κωμόπολης και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τα βγάλει πέρα πουλώντας άλευρα και καλαμπόκι στους χωρικούς της γύρω περιοχής αλλά και ρούχα και παπούτσια, αν τύχαινε και του ’πεφταν στα χέρια. Τα εμπορεύματα τα προμηθευόταν από την Πρέβεζα, πότε πηγαίνοντας μόνος του, πότε στέλνοντας μήνυμα με κάποιον άλλο στους μεγαλεμπόρους της Πρέβεζας και εκείνοι τα φόρτωναν στο καΐκι και τα έστελναν.
Λίγο ως πολύ είναι γνωστό πως δημιουργούνταν τα τσελιγκάτα και οι στάνες των Σαρακατσαναίων. Υπήρχε ο τσέλιγκας με τα αδέρφια του που είχαν πολλά πρόβατα και μαζί τους πήγαιναν και κάποιοι άλλοι, συνήθως συγγενείς ή σμίχτες, που ο καθένας τους είχε λίγα προβατάκια. Οι σμίχτες έσμιγαν το κοπαδάκι τους με τα κοπάδια του τσέλιγκα και έκαναν τον τσοπάνο, έτσι ώστε κι ο τσέλιγκας να έχει τσοπαναραίους, κι αυτοί να μπορούν να ξεχειμωνιάσουν ή να ξεκαλοκαιριάσουν, αφού, αν ήταν μόνοι τους, ήταν δύσκολο να βρουν λιβάδι για το κοπαδάκι τους.
Παντρεύτηκε μια Σαρακατσιάνα και πήρε φυσικά από το δικό μας το σινάφι. Η οικογένεια στην οποία παντρεύτηκε ήταν πολυμελής. Η νύφη βρήκε πολλά κουνιάδια και οι υποχρεώσεις της πολλές. Ύστερα από κάμποσο καιρό την επισκέφθηκε η μάνα της και, όταν την είδε, της φάνηκε αδυνατισμένη. Παραξενεύτηκε και ρώτησε την κόρη της τι συμβαίνει.
-Μάνα, απάντησε η νιόπαντρη, δεν προλαβαίνω να φάω. Στρώνω την τάβλα να φάμε, καθόμαστε όλοι γύρα-γύρα και με το που κάνουμε το σταυρό μας και ξεκινάμε να τρώμε αρχίζει ο ένας ο κουνιάδος να ζητάει νερό. Τι να κάνω; σηκώνομαι και του πηγαίνω το τσ’κάλ' (1).
Η μάνα είχε λίγη ώρα που ήρθε απ’ την εκκλησιά και ετοιμαζόταν να φτιάξει ένα καφέ να πιεί, όταν άκουσε την πόρτα της αποθήκης να ανοίγει.
Κατάλαβε πως γύρισε ο πατέρας απ’ τα πρόβατα και έβαλε και για κείνον καφέ να πιεί να ξαποστάσει.
Πράγματι, μετά από λίγο μπήκε ο πατέρας, είχε ρίξει νερό στο πρόσωπο και χάλεψε απ΄τη μάνα μια πετσέτα να σκουπιστεί.
Ώσπου να πάει η μάνα να φέρει πετσέτα, κρέμα[1]σε τον τρουβά, τον ασπρόμαυρο καρό, που είχαν οι περισσότεροι κοντά τους όταν πήγαιναν στα πρόβατα. Έβγαλε το παγούρι με το νερό, ένα ταπεράκι που είχε λίγο τυράκι και το μεσάλι που είχε βάλει η μάνα το ψωμί.
Ήταν κοντά στο 1955 στην καταβόθρα, στο βουνό Οίτη, όπου φύλαγαν τα πρότα πέντε παιδιά. Μαέρευαν κάθε μέρα με τ’ σειρά. Πότε έφκιαναν πατάτες, πότε μακαρόνια, πότε έβραζαν γάλα. Ένας απ' την παρέα, ο Μήτρος, ήταν λαίμαργος. Δεν προλάβαιναν οι άλλοι να κάτσουν να φαν, αυτός είχε αρχίσει κι όλας να τρώει. Του ‘παν μίνια του ‘παν δυο, να τους καρτερεί να αρχίζουν να τρων αντάμα, αυτός το χαβά τ’. «Άστον θα τον κ’μανταρίσω εγώ» είπε ένας απ’ τ’ μπαρέα, ο Κώστας.
Ήταν μια οικογένεια, ο μπαρμπα-Νίκος η θειά-Νίκαινα, είχαν κι μια κόρ’ την Ντίνα απ’ σπούδαζει στ’ πόλ’.
Μια μέρα η θειά-Νίκαινα δεν ήταν καλά και είχε έρθ’ να τη δει η κόρη της απ’ τ' πόλη. Πέρασαν και κατ' ανήψια απου ‘κεί κι ρώτ’σαν του μπαρμπα-Νίκο πως είναι.
«Εγώ καλά είμαι παιδιά μ’, η θειά σας δεν είνι καλά, έχ' βγάλ’ ένα σπυρί στουν κώλου κι πουνάει».
Μετά απου λίγο πέρασει κ' ένας γείτονας κι ρώτ’σει κ’αυτός. Ου μπαρμπα-Νίκος ξανάπε ότι η θεία Νίκαινα είχε βγάλ' ένα σπυρί στου γκώλου κι πουνάει. Το άκουσε αυτό η κόρη και λέει τ’ πατέρα τ’ς:
Νια βουλά κι έναν καιρό γίνκε μίνια χαρά κι οι συμπεθέρ’ πήραν τ' νυφ' στου κουνάκι τ’ς. Είχε όμως έναν πεθερό πάρα πολύ στραβό. Όταν έβανε η νύφ’ να φαν’, έλεγε ο πεθερός «Άστε να φάμε!», τελείωνε το φαΐ ο πεθερός, κι όταν κάθονταν η νύφ' έλεγε «Άιντε νύφ' μάστα τώρα!». Η καψερή η νυφ' δεν έτρω’ε ντιπ . Πέρασε η καιρός κι η νυφ' απόμνε μισή. Κάνα καιρό, ήρθε ο πατέρας τ’ς, στα κονάκια. Τηράει, τι να ιδεί! «Α κορ’τσάκι μ', τι σέ 'λαβε, από τι γίνκες έτσ’;». Βαν' τα κλάματα του κουρίτσ' και μολόησε στον πατέρα τ’ς τι γένονταν.
Πριν πολλά χρόνια, στο χωριό Πλάτανος Αλμυρού, ήταν δυο φίλοι αχώριστοι. Ο ένας όμως αρρώστησε βαριά, τον έλεγαν Καλτσά στο επίθετο, ή ήταν παρατσούκλι και Νίκο στο όνομα. Τον άλλον τον έλεγαν Μπίκο στο επίθετα και Κώστα στο όνομα.
Η αρρώστια του Νίκου ήταν βοριά. Αφού πήγε στους γιατρούς δεν βρήκε γιατριά και το φθινόπωρο, που πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαριά, ο Νίκος πέθανε. Βαρύ το πένθος της οικογένειας μα και ο φίλος, ο αχώριστος ο Κώστας, δεν το παρηγόραγε να χαθεί. «Μωρέ», έλεγε, «να χαθεί τόσο νιος ο φίλος μου, με τον οποίο παίζαμε πάντα καμιά κολτσίνα στα μαγαζιά του χωριού;»
Ήταν τo 1906 ή 1907. Όλο τo καλοκαίρι πέρασε πάρα πολύ καλά, άλλα ο χινόπωρος ήταν κακορρίζικος. Όσοι δε γνωρίζουν τα βουνά της Θεσσαλίας, θα πρέπει να ξέρουν, ότι για να βγάλει ο τόπος χορτάρια, θα πρέπει να βρέξει τον 15αύγουστο ή το πολύ μέχρι τέλος Αυγούστου. Αν βρέξει αργότερα, όλο το καλοκαίρι πηγαίνει χαμένο. Έτσι και τότε, κόντευε να βγει ο Άη-Δημήτρης (με το παλιό) και δεν είχε βρέξει. Είδαν κι απόειδαν ούλοι οι Τσελιγκάδες και ένας-ένας έπαιρνε τα κουπάδια τ’ και ροβόλαγε για τα χειμαδιά, στα χαμένα. Πρόλαβαν δεν πρόλαβαν να ξεκαμπίσουν, ο καιρός χάλασε και άρχισε να βρέχει με το καρδάρι. Δέκα μερόνυχτα συνέχεια και καθώς ο τόπος ήταν απ’ την ξέρα έγιναν μεγάλες πλημμύρες και ο κάμπος της Θεσσαλίας έγινε μια μεγάλη λίμνη.
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το έτος 1881 τα περισσότερα χωριά του εύφορου Θεσσαλικού κάμπου εξακολούθησαν να είναι τσιφλίκια των Μπέηδων. Άλλα από τα τσιφλίκια τα νέμονταν οι ίδιοι οι Μπέηδες και άλλα τα νοίκιαζαν σε κτηνοτρόφους για βοσκολίβαδα.
Σ' ένα μικρό συνοικισμό, της περιοχής του Ν. Καρδίτσας, που δεν έχει αλλάξει το όνομα, ακόμα και σήμερα λέγεται Ηλιά (Προφ. Ηλίας), ιδιοκτήτης ήταν ο Ομάρ-Μπέης. Κατάγονταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ήταν χρόνια πολλά ανώτερος υπάλληλος του τότε Τουρκικού Κράτους στη Θεσσαλονίκη.
Τα συμφέροντα του Τούρκου τσιφλικά στο Ηλιά, τα είχαν αντιπροσωπεύσει αρκετοί άνθρωποι της περιοχής (χριστιανοί κυρίως), αλλά επειδή το τσιφλίκι βρίσκονταν δίπλα στο Τέλμα «Γκιόλι» απέφευγαν οι άνθρωποι να μένουν εκεί, γιατί είχε πολλά κουνούπια και το κλίμα το καλοκαίρι ήταν πολύ ανθυγιεινό, αβάσταστο.
Εκιά τα χρόνια σ'κώνονταν τα παιδιά κι έβγαιναν στο κλαρί, γένονταν κλέφτες, άμα μάλωναν με καέναν Τούρκο ή άμα σκότωναν καέναν. Νιά βολά ήταν ένας κηχαϊάς πολύ πλούσιος κ' είχε δυό παιδιά, το τρανό μερακλάντσε κι βήκι στο κλαρί, γίνκε κλέφτ'ς και δε ματαγύρσε κανιά βολά στο οτζάκι. Το μκρό το παιδί έκατσε στο οτζάκι, ήταν μπαϊά μ'κρότερο, έμαθε και γράμματα και θαλά πάρει το οτζάκι όντα θα τρανέψ'. Ύστερα απο χρόνια, έφυγε το οτζάκι πάει αλλού, σ' άλλα β'νά. Νια νύχτα πάν οι κλέφτες στα κονάκια. Στ' εκ'νούς τ'ς κλέφτες καπετάνος ήταν το τρανό το παιδί τ' κηχαϊά, αλλά δεν ήξερε τίνος είναι το οτζάκι εκιό. Παν εκεί κι είπαν ότις είναι τούρκ', τ'ς ήταν με τουρκικά σκτιά και τάχα πάν τ'ς βλάχ' ένα γράμμα απ΄τουν Πασά.






