Οι αγροτικές επιδοτήσεις έχουν, ή θα όφειλαν να έχουν ως σκοπό να μειώνουν το κόστος παραγωγής, να ενισχύουν τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και να διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα θα διατίθενται στην αγορά σε ανταγωνιστικές τιμές. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερα παραδείγματα δείχνουν ότι σημαντικό μέρος του αγροτικού κόσμου αντιμετωπίζει τις ενισχύσεις όχι ως εργαλείο παραγωγής, αλλά ως ευκαιρία εύκολου κέρδους, ακόμη και χωρίς πραγματική παραγωγή.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής είναι το εξής γεγονός που μου εμπιστεύτηκε πρόσφατα παραγωγός. Ενταγμένος σε σχετικό πρόγραμμα, όφειλε να καλλιεργήσει είκοσι στρέμματα σπανάκι. Πράγματι, φρόντισε να το σπείρει, έτσι ώστε να είναι ορατό από τον δορυφόρο και να «περάσει» από τον έλεγχο. Μόνο που δεν έκανε ποτέ συγκομιδή, δεν μάζεψε ούτε φύλλο για να το διαθέσει στην αγορά, δεν παρήγαγε κανένα προϊόν προς κατανάλωση. Με απλά λόγια, καλλιέργησε μόνο για την εικόνα και όχι για την ουσία του προγράμματος, και έλαβε την επιδότηση κανονικά.
Αυτό το περιστατικό δεν είναι μεμονωμένο. Αντίθετα, αποτυπώνει με καθαρό τρόπο μια νοοτροπία που έχει παρεισφρήσει στην ελληνική ύπαιθρο. Η επιδότηση ως αυτοσκοπός. Για πολλούς παραγωγούς, το πραγματικό κίνητρο δεν είναι η αγροτική παραγωγή, η διάθεση ποιοτικών προϊόντων ή η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, αλλά η εξασφάλιση χρημάτων με τον πιο ανέξοδο τρόπο.
Και όχι μόνο αυτό. Όταν τελικά παράγουν προϊόντα, απαιτούν υψηλές τιμές, λες και δεν έχουν λάβει ήδη ενισχύσεις για να μειώσουν το κόστος. Θέλουν και την επιδότηση και την τιμή στα ύψη. Έτσι, η αγορά δεν ωφελείται ποτέ από τα ευρωπαϊκά χρήματα που εισρέουν τακτικά στην Ελλάδα. Τα χρήματα αυτά δεν μεταφράζονται σε χαμηλότερες τιμές ούτε σε πραγματική παραγωγή, αλλά σε μια στρεβλή «διπλή αμοιβή» για τον παραγωγό.
Το αποτέλεσμα;
– Η αγορά μένει χωρίς εγχώρια προϊόντα -όπως στο παράδειγμα του σπανακιού- και αναγκαστικά τα εισάγει από τρίτες χώρες.
– Ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα, παρότι έχει ήδη επιδοτήσει την παραγωγή μέσω του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
– Η αξιοπιστία ολόκληρου του συστήματος καταρρέει.
Αυτές οι πρακτικές δεν συνιστούν απλώς κακή διαχείριση. Συνιστούν κατάχρηση δημόσιου χρήματος και υπονόμευση της κοινής λογικής πάνω στην οποία στηρίζεται η ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική. Η επιδότηση δεν είναι «δώρο» ούτε άνευ όρων επίδομα. Είναι συμβόλαιο: ο αγρότης λαμβάνει χρήματα για να παράγει και να στηρίζει την αγορά. Όταν δεν το κάνει, εξαπατά όχι μόνο το κράτος αλλά και την κοινωνία που χρηματοδοτεί αυτό το σύστημα.
Θα έρθει κάποια στιγμή η ώρα να μπει τέλος σε αυτή τη νοοτροπία; Με αυστηρούς ελέγχους, πραγματικές κυρώσεις και αξιολόγηση της παραγωγής όχι στην εικόνα, αλλά στο αποτέλεσμα. Γιατί όσο συνεχίζονται τέτοιες πρακτικές, η Ελλάδα δεν θα έχει αγροτική πολιτική. Θα έχει απλώς ένα σύστημα επιδοτήσεων που θρέφει την ασυδοσία αντί για την παραγωγή.
Χρήστος Ξηρομερίτης
