Η παρακάνω εξαιρετική αφήγηση του κυρίου Κώστα Γαλλή, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τον κλειστό και αυτάρκη χαρακτήρα της σαρακατσάνικης κοινωνίας, όπου ο γάμος δεν αποτελούσε απλώς προσωπική επιλογή, αλλά υπόθεση ολόκληρης της οικογένειας και της κοινότητας.
Οι προξενιές γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά εντός της ίδιας ομάδας, όχι από τυχαία συνήθεια ή προκατάληψη, αλλά για συγκεκριμένους λόγους:
To άρμεγμα στα πρόβατα αρχίζει την εποχή που πωλούνται ή απογαλακτίζονται τα αρνιά, περίπου μέσα χειμώνα ή προς το τέλος της άνοιξης για εκείνα που προορίζονται για αναπαραγωγή (αρνάδες), και τελειώνει κάπου εκεί στα μέσα Αυγούστου, συνολικά γύρω στους πέντε μήνες. Από τη στιγμή που οι προβατίνες μείνουν έγκυες, η γαλακτοπαραγωγή μειούται συνεχώς, η δε ποιότητα του γάλακτος υποβαθμίζεται, σε αντίθεση με την περιεκτικότητα των λιπαρών που αυξάνει, ενώ η τυροκόμησή του γίνεται προβληματική.
O Θεός τη μέρα την έδωσε για δουλειά και τη νύχτα για ξεκούραση και ύπνο, ωστόσο πολλοί άνθρωποι εργάζονται τη νύχτα και ξεκουράζονται τη μέρα. Και μέχρι εδώ κανένα πρόβλημα, αλλά τον παλιό καιρό μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα οι γυναίκες της υπαίθρου χώρας εργάζονταν νύχτα μέρα. Ήταν τόσες πολλές οι δουλειές του σπιτιού που οι γυναίκες δεν τις προλάβαιναν και αναγκάζονταν να δουλεύουν και αρκετές ώρες τη νύχτα. Από τον κανόνα αυτό δεν ήταν δυνατό να αποτελέσει εξαίρεση η Σαρακατσάνα μια που ζούσε στο καλύβι και όλες οι δουλειές γίνονταν στενάχωρα.
Εκεί στη Χάρη της γιορτάσαμε το «Πάσχα του καλοκαιριού» το καλοκαίρι του 1945. Ήταν μια χρονιά δύσκολη για τους Σαρακατσαναίους που ξεκαλοκαίριαζαν στα Τσεκούρια, όπως και για όλο το συνάφι μας.
Και οι δυσκολίες πρόκυπταν από το φόβο που φώλιασε στις ψυχές μικρών και μεγάλων, φόβος που ξεκινούσε από το δεύτερο αντάρτικο που εκείνη τη χρονιά άρχισε να οργανώνεται και επιτάθηκε από την απώλεια του δασκάλου μας.
Παρά ταύτα το "Πάσχα" το γιορτάσαμε. Και μεταλάβαμε όλοι στη Χάρη της και σφαχτά ψήσαμε. Θυμάμαι τον Τσέλιγκα -τον μπάρμπα μου τον Γιώργο έναν ανοιχτόκαρδο άνθρωπο-, να προσπαθεί να μας δώσει κουράγιο:
Σαν τέτοια εποχή, οι Γερμανοί εγκατέλειπαν την Ελλάδα αφήνοντας πίσω τους καμένη γη, τίποτα δεν άφησαν όρθιο: λιμάνια, αεροδρόμια, αποθήκες , εργοστάσια και φεύγοντας κατέστρεφαν όποια γέφυρα περνούσαν.
Εμείς ξεκαλοκαιριάζαμε ως συνήθως στο Βέρμιο, πάνω από τον αμαξιτό δρόμο που οδηγούσε από Κοζάνη στον κάμπο της Μακεδονίας. Ο δρόμος από Κοζάνη προς Πολύμυλο είναι μια ευθεία περίπου χωρίς εξάρσεις και απόκρυφα και αυτό φαίνεται ότι το γνώριζαν οι σύμμαχοι και μόλις εμφανίζονταν οι φάλαγγες των Γερμανών στο δρόμο από Κοζάνη προς Βέροια άρχιζαν τους πολυβολισμούς. Χαμήλωναν από κοζάνη και πολυβολούσαν συνέχεια μέχρι τον Πολύμυλο, εκεί σηκώνονταν και περνούσαν πάνω από τα κονάκια μας και χάνονταν προς τα Γιάννενα.
Τιμή ιδιαίτερη ήταν για τους Σαρακατσάνους να δεχτούν μουσαφίρη στο καλύβι τους έστω και αν δεν ήταν συγγενής τους, ήταν ο ξένος ο άνθρωπος που τίμησε το σπιτικό τους. Η Σαρακατσάνα στο πόδι να περιποιηθεί τον ξένο, τον μουσαφίρη, να τον κεράσει γλυκό του κουταλιού με κρύο νερό στο γυάλινο ποτήρι. Φύλαγε πάντα γλυκό του κουταλιού και ποτήρια γυάλινα, ανεξάρτητα αν η οικογένεια όλόκληρη έπινε νερό από το χάλκινο τσουκάλι. Ο ξένος είναι ξένος και πρέπει να ευχαριστηθεί και φεύγοντας να μολογάει και να εξυμνεί τα αφεντικά του καλυβιού. Ακόμη η νοικοκυρά ό,τι πρόσφερε στο μουσαφίρη θα ήταν πάνω στο γιαννιώτικο δίσκο με το σεμεδάκι από κάτω, δίσκος μικρός για να είναι εύχρηστος και σεμεδάκι πλεγμένο στο βελονάκι. Και μη βιαστείτε να τα χαρακτηρίσετε υπερβολές. Ήταν συνήθης τακτική σε όλα τα καλύβια.
Έξι παιδιά και ογδόντα πρόβατα είχε ο μπάρμπα Κώστας, τέσσερα κορίτσια και δυο αγόρια. Πρώτη ήταν η Βασιλική, αλλά την έλεγαν Βασούλα και μερικκοί Βασίλω. Ακολουθούσε ο Γιάννης, η Δήμητρα, η Ελένη, ο Αποστόλης (Τόλης) και τελευταία η Γεωργία, που τη φωνάζαν Γεωργίτσα.
Είχαν ξεπεταχτεί τα παιδιά, η Βασούλα, καθώς ήταν και ψηλή, φάνταζε ολόκληρη γυναίκα και ας ήταν μόλις 17 χρονών.
Κώσταινα: Γκουντή (ήταν ο άνδρας της), τα παιδιά μας ξεπετάχτηκαν καιρός να φροντίζουμε και για γαμπρό, η Βασούλα μας ολόκληρη γυναίκα έγινε.
Γκουντής: Είσαι με τα καλά σου, βρε γυναίκα, η βασούλα ακόμη παίζει πεντόβολα, να, προχθές την είδα με την Μαριγώ να παίζουν, κι εμείς να την παντρολογάμε! Τι στο διάτανο γύφτοι είμαστε να παντρεύουμε τα παιδιά μας πριν την ώρα τους! Βάλτο καλό στο νου σου, αν δεν ξεπεράσει τα είκοσι γάμος δεν γίνεται. Τι στην ευχή στη στράτα τη βρήκαμε; Κορίτσι μας είναι.
Τα τραγούδια και τα μοιρολόγια έρχονται από πολύ μακριά και δεν θα 'ταν υπερβολή να ισχυρισθώ ότι έρχονται από τα βάθη των αιώνων μαζί με την ξεχωριστή φυλή των Σαρακατσαναίων. Μα είναι ξεχωριστή φυλή; Με την αυθεντική έννοια της φυλής όχι, ωστόσο έχουν ιδιαίτερα γνωρίσματα που προσδίδουν κάποιες ιδιαιτερότητες.
Το τραγουδάκι που παραθέτω είναι ενδεικτικό:
Ένας γέρος γέροντας 102 χρονώ
φάρο καβαλίκευε τα βουνά γκιζέραγε
Σεις βουνά ψηλά βουνά δε με ξανανιώνετε μένα και το φάρο μου
φάρος ξανανιώνεται συ δε ξανανιώνεσαι.
Γειτονόπουλα ο γαμπρός και η νύφη, ο πρώτος στα Πιέρια, η δεύτερη στο Βέρμιο, ένα ποτάμι τα χώριζε, ο Αλιάκμονας. Η απόσταση μιας καλοκαιρινής μέρας στράτα. Ξεκινούσες πολύ πρωί από τα Πιέρια με το άλογο, ακολουθούσες δυτική πορεία, παρέκαμπτες Λαβανίτσα (παλιό όνομα), κατέβαινες στη γέφυρα στα Σέρβια, περνούσες απέναντι, καβαλίκευες το ύψωμα Σκοπός, περνούσες δίπλα από τον Πολύμυλο, ανηφόριζες τη φιδόστρατα, προσκυνούσες τη χάρη Της στη Ζωοδόχο Πηγή, ακολουθούσες πάλι τη φιδόστρατα αφήνοντας αριστερά το ύψωμα Καλαμπάκα και ανέβαινες στα Τσεκούρια, τον ευλογημένο αυτό τόπο. Εκεί τώρα μπορείς να ξεδιψάσεις στη Βρύση Ιμπιλί, να ξαλαφρώσει η ψυχή σου και γεμάτος εικόνες να επιστρέφεις και να έχεις να θυμάσαι όλη σου τη ζωή.
Μπήκαμε στο τριώδιο, έρχονται και οι αποκριές. Και το τριώδιο ήλθε την προπερασμένη Κυριακή,18-2-24. Την περίοδο αυτή τη γιόρταζαν όλοι οι Έλληνες όπου γης, ήταν ο προάγγελος του Πάσχα, η μεγάλη αυτή γιορτή της Χριστιανοσύνης Τις χαίρονταν αυτές τις μέρες, ξεφάντωναν, μασκαρεύονταν, πάνδημη η συμμετοχή.
Και βέβαια δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση οι Σαρακατσαναίοι. Συμμετείχαν παντοιοτρόπως ακόμα και στα μαντριά. Προσφιλής τους εκδήλωση το «στάχτωμα». Σε έναν αγανό τρουβά έβαζαν δύο τρεις χούφτες στάχτη, τον έκρυβαν κάτω από το μαλλέτο που συνήθως αυτή την εποχή αντικαθιστούσε την κάπα και όποιον αντάμωναν του εύχονταν πρώτα χρόνια πολλά και μετά με μια γρήγορη κίνηση τον στάχτωναν. Και να τα γέλια και να τα πειράγματα. Και του χρόνου!
Άνοιξη του 1945, αρχές Ιουνίου, περάσαμε τον Αλιάκμονα και κάναμε κονάκι πολύ πριν από τον Πολύμυλο Κοζάνης. Το επόμενο κονάκι ήταν μετά τον Πολύμυλο και μετά Τσεκούρια Βερμίου , δηλαδή ο προορισμός μας. Και για τους μη γνωρίζοντας τι σημαίνει κονάκι, διευκρινίζω ότι ήταν το μέρος στο οποίο σταματούσαμε για να περάσουμε τη βραδιά. Τα μέρη αυτά ήταν προκαθορισμένα τόσο κατά την άνοδο την άνοιξη όσο και κατά το κατέβασμα το χινόπωρο.
Η ανάπτυξη και επιβίωση της νομαδικής προβατοτροφίας και αιγοτροφίας "τω καιρώ εκείνω" στηρίχτηκε αποκλειστικά στα Τσελιγκάτα, τα οποία ήταν συνεταιρισμοί άτυποι. Επικεφαλής ήταν ο Τσέλιγκας, ο οποίος κατείχε συνήθως το μεγαλύτερο μερίδιο του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο απαρτίζονταν από τα ζωντανά (πρόβατα, γίδια, άλογα και αραιά και που και λίγα γελάδια) και τα λιβάδια. Τα λιβάδια ανήκαν στον Τσέλιγκα και σε μερικούς σμίκτες. Οι σμίκτες ήταν κυρίως συγγενείς και συμμετείχαν στο Τσελιγκάτο με κεφάλαιο, ακίνητο, κινητό και εργασία, ενώ όσοι ήταν μόνο με εργασία και μερικά ζωντανά, ήταν τσοπαναραίοι.
Τι να σας πω, παιδιά μου, τι να σας μολογήσω από τη ζωή μου, από μικρός στα πρότα (πρόβατα) από μικρός στα γίδια. Μ' έφαγε η αναπλυσιά κι η ψείρα. Μην κοιτάτε τώρα που δεν υπάρχει ψείρα. Εμείς τότε ακόμη και την κάπα φοβούμασταν να την αφήσουμε καταγής, την έπαιρναν οι ψείρες και την πάγαιναν παραπέρα. Έπρεπε να την κρεμάσεις ψηλά στον πεύκο. Άσε εκείνοι οι ψύλλοι δεν υποφέρονταν, όλο να ξύνεσαι να ξύνεσαι μέχρι που ματώναμε, σαν τις ψωριάρες γίδες στο πουρνάρι.
- Γιατί, παππού , τα πρόβατα δεν ξύνονταν;
- Μωρέ πως δεν ξύνονταν, αλλά όχι όπως τα γίδια. Για τούτο και τα λέγαμε ψωριάρικα.
Είναι βουνό της κεντρικής Μακεδονίας και εκτείνεται από τη Βέροια μέχρι σχεδόν τη Φλώρινα, αν και η Φλώρινα ανήκει στον ορεινό όγκο του Βιτσίου.
Το Βέρμιο την εποχή των τσελιγκάτων προτιμούνταν από τους Σαρακατσαναίους για τις καλές του βοσκές, τα γάργαρα νερά του, πηγαία και τρεχούμενα, και προπαντός για τις βοσκές του και ας ήταν πετρώδη τα βουνά του όταν τα έβλεπες από μακριά. Ωστόσο τα κενά μεταξύ των ασβεστολιθικών πετρωμάτων επέτρεπαν την ανάπτυξη καλής ποώδους βλαστήσεως, ιδιαιτέρως επιθυμητής από τα κοπάδια. Τα έβλεπες να λαρώνουν στις πλαγιές και αναρωτιόσουν τι στην ευχή τρώνε εκεί.
Τσελιγκάτα μεγάλα υπήρχαν πολλά και ειδικότερα στην οροσειρά της Πίνδου πάνω μέχρι τα Τζουμέρκα και το Γράμμο ή Γράμμουστα κατά τους Σαρακατσαναίους. Υπηρχαν εκεί και τσελιγκάτα με πολλές χιλιάδες γιδοπρόβατα. Στο σημείωμά μου αυτό θα αναφερθώ σε δύο μάλλον μεγάλα, αυτό του Μαλαμούλή που ξεκαλοκαίριαζε στα Άγραφα σε ιδιόκτητο κτήμα πολλών χιλιάδων στρεμμάτων και των αδελφών Γκαρέλη (Κώστα, Θόδωρου και Γιάννου, είχαν και τέταρτο αδελφό, το Χρήστο που πήγε «κλέφτης» και χάθηκε.), που ξεχείμαζαν στο Κλειδί Ημαθίας, επίσης πολλών χιλιάδων στρεμμάτων.
Άλλαζαν τα σύνορα της Χώρας προς το καλλίτερο, και άλλαξαν πολλές φορές από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους το 1821, μετακινούνταν και ελληνικοί πληθυσμοί. Απελευθερώθηκε η Θεσσαλία το 1880, κατέβηκαν και πολλά κοπάδια στον κάμπο και στις μετακινήσεις αυτές οι Σαρακατσαναίοι είχαν συγκριτικό πλεονέκτημα.
Με το πέρας των βαλκανικών πολέμων, άρχισαν και οι μετακινήσεις κτηνοτροφικών πληθυσμών προς τον κάμπο της Μακεδονίας και οι Σαρακατσαναίοι δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση, μάλιστα θα μπορούσα να πω ότι ήταν πρωτοπόροι, κινούμενοι από την ανάγκη να εξασφαλίσουν καλές βοσκές για τα κοπάδια τους. Τα χωριά του κάμπου από την Κορυφή Βεροίας, Τσινάφορο, Κλειδί, Τρίκαλα, Αλεξάνδρεια (Γιδάς), Μοναστηράκι, Βραχιά, Κουφάλια μέχρι Πολυκάρπη νομού Κιλκίς, Πολύκαστρο και ανατολικότερα, παραλίμνια περιοχή Δοϊράνης και πάρα πολλά χωριά του Νομού Κιλκίς γέμισαν από κτηνοτροφία.
Έρχεται από μακριά, από πολύ μακριά, από το παρελθόν, από το απώτερο παρελθόν, άγνωστον; Ο παππούς μου που ήταν γεννημένος το 1840 το βρήκε.
Οι Σαρακατσαναίοι ως εκ της δουλειάς τους έπρεπε να γνωρίζουν λίγα γράμματα για τις ανάγκες τους.
-Για ρίξε ορέ, Κώστα, τα τόσα έξοδά μας στα γαλάρια και στα στέρφα υπολογίζοντας δύο στέρφες πρατίνες με μία γαλάρια.
-Ναι, μωρέ μπάρμπα, αλλά δεν μου είπες ούτε τα έξοδα, ούτε τις πρατίνες.
-Θα σ΄ τα πω, μη βιάζεσαι, ν' ανoίξω πρώτα τα τεφτέρια μ'.
Φουστανέλα με γαζί - ποιος λεβέντης τη φορεί - τη φορεί και την τινάζει...
Ξεχωριστή φορεσιά η φουστανέλα, επίσημη σήμερα, φορεσιά των αγωνιστών του ΄21. Αρματολός και κλέφτης χωρίς φουστανέλα και σελάχι για τις κουμπούρες του, τις χαντζάρες του, τα τσακμάκια και τις τσακμακόπετρες για το καριοφίλι, δεν νοούνταν. Οι μανάδες για να τονώσουν το φρόνημα και την ελληνικότητα των παιδιών τους, τσολιαδάκια τα ντύνουν και δεν θα είναι υπερβολή αν ισχυρισθώ ότι η λευτεριά του Γένους από τη φουστανέλα ξεκίνησε. Φαντάζεσαι κλέφτη χωρίς φουστανέλα; Σαν μαδημένος κόκορας θα ήτανε. Αλλά και μετέπειτα το ΄40 η φουστανέλα δόξασε τα βουνά μας και τραγουδήθηκε όσο καμιά άλλη φορεσιά. Σήμερα η Προεδρική φρουρά φουστανέλα φορεί και άθελά της γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από ντόπιους και ξένους. Αποτελεί κάτι ξεχωριστό η φορεσιά αυτή για το γένος μας.
Ο αδελφοκτόνος χαλασμός είχε τελειώσει την προηγούμενη χρονιά (1949), άνοιξαν οι δρόμοι, γέμισαν οι στράτες από διαβάτες, δεν φοβόσουν τι θα συναντήσεις και τι ερωτήσεις θα δεχθείς, ηρέμησαν οι άνθρωποι και ρίχτηκαν στις δουλειές τους. Όλα έπρεπε να ξαναγίνουν από την αρχή, τίποτα δεν είχε μείνει όρθιο. Τα χωριά μας παρουσίαζαν εικόνα τριτοκοσμική και οι πόλεις δεν πήγαιναν πίσω. Δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο από αυτά που λέμε σήμερα «έργα υποδομής». Όσες γέφυρες είχαν μείνει φοβόσουνα να τις διαβείς. Θυμάμαι πηγαίναμε στο μύλο να αλέσουμε και στις γέφυρες της Φαρκαδόνας (Τσιότι, παλιά) κατεβαίναμε από το κάρο και με κρύα καρδιά τραβώντας τα ζωντανά από τα καπίστρια περνούσαμε τις γέφυρες.
Να βρεις νύφη στο χωριό και μάλιστα ημιορεινό δεν είναι εύκολο πράγμα όσο και αν φαίνεται παράξενο. Συνέβη σε χωριό της Θεσσαλία και μάλιστα κεφαλοχώρι, δεν θα αποκαλύψω το χωριό, γιατί είναι σαν να αποκαλύπτω τα στοιχεία, μια που έχω μερικούς φίλους εκεί και εύκολα θα οδηγηθούν στο γεγονός που θέλω να σχολιάσω .
Τελείωσε την υποχρεωτική εκπαίδευση το παλληκάρι , δηλαδή το γυμνάσιο και βρέθηκε στο σταυροδρόμι της ζωής που είσαι υποχρεωμένος να διαλέξεις το δρόμο που θα ακολουθήσεις για να προχωρήσεις στη ζωή. Ο δρόμος των γραμμάτων είχε πολλές δυσκολίες, πέραν των οικονομικών δυνατοτήτων της οικογένειας, δεν του άρεσαν και ιδιαίτερα τα γράμματα και το διάβασμα.
Τελευταία εβδομάδα της κόρης στο τσελιγκάτο του πατέρα της, την Κυριακή παντρεύονταν και θα πάγαινε μακριά στα αφιλόξενα ξένα. Η εβδομάδα πριν τον γάμο είναι η εβδομάδα που η κόρη εκθέτει τα προικιά της σε συγγενείς και φίλους και δέχεται τα δώρα τους, είναι η εβδομάδα που πιάνονται κυριολεκτικά τα προζύμια για το ψωμί του γάμου, παρακάτω θα αναφερθώ για την ιδιαίτερη σημασία που έδιναν στο προζύμι του γάμου και τις δοξασίες που το συνόδευαν. Ένα ψωμί ποιο φροντισμένο και διπλά-τριπλά ζυμωμένο κάτι σαν το εφτάζυμο. Έδιναν ιδιαίτερη σημασία στο ψωμί του γάμου, ώστε να ξεχωρίζει από το καθημερινό. Όλα στο γάμο ήταν ξεχωριστά, άσε εκείνες οι πίτες και τα ψητά από το κοκορέτσι μέχρι το σπληνάντερο και το σφαχτό στη σούβλα. Όλοι χαίρονταν και τραγουδούσαν και τα κορίτσια με τις γυναίκες να πηγαινοέρχονται στο καλύβι της νύφης πάντοτε πρόθυμες να βοηθήσουν για να κάνουν τις τελευταίες στιγμές της κόρης στους δικούς της ευχάριστες.






